Αποσπάσματα από το μίσος των μοναρχικών κατά των δημοκρατικών Σαλαμινομάχων και των άξιων παιδιών τους

 

Η μοναρχική προπαγάνδα από την εποχή της πολυδιαφημισμένης νατοϊκής βεντέτας, του ΛΙΠΟΤΑΚΤΗ στρατηγού (!) Θουκυδίδη, συνεχίζεται:
Οι καταδίκες εγωμανών γίνονταν από την ΑΜΥΝΟΜΕΝΗ πλειονότητα, βλ. Πυθαγόρα (υποκινητή πραξικοπήματος στον Κρότωνα), Μιλτιάδη (έχασε από αλαζονεία Μαραθωνομάχους στη Νάξο…), Αριστείδη (επί 8 χρόνια με τους ομοίους του ΕΜΠΟΔΙΖΑΝ να γίνει ο στόλος που έσωσε και τους ίδιους στη Σαλαμίνα…), του αρχιδιεφθαρμένου Σωκράτη (βεντέτας όλων των ανώμαλων χαζόπουλων), Αριστοφάνη (μεγάλου συκοφάντη των ηρώων χάρη στους οποίους παρασιτούσε, και υποκινητή πραξικοπημάτων, π.χ. “Ιππείς”). Δε σας κάνει εντύπωση που αυτούς ακριβώς προβάλουν οι μισέλληνες και παραληρούν περί δήθεν “εμφύλιων γονιδίων” για να προκαλούν διχασμό;

Δημοκρατικοί όπως ο Θεμοστοκλής, ο Αναξαγόρας, η Ασπασία δικάστηκαν από την μοναρχική μειοψηφία, όταν έλειπε η δημοκρατική πλειοψηφία των κωπηλατών οπλιτών σε αντιπερσικές-αντιφοινικικές περιπολίες από Εύξεινο ως Στήλες Ηρακλέους, για να μπορούν να συνωμοτούν οι δειλοί.

Κι αν κάποιος αναρωτηθεί γιατί οι γενοκτονημένοι (σε Αιγός Ποταμούς, Αθήνα, Χαιρώνεια…) δημοκρατικοί δεν ανακαλούσαν τους άδικα διωκόμενους (όπως έκαναν για τον Αλκιβιάδη στην αντικαρχηδονιακή εκστρατεία δια Σικελίας και αργότερα στη Σάμο, ο οποίος αργότερα δολοφονήθηκε με τη συνεργασία εφόρων-σωκρατικών-σατραπών), ας σκεφτούν ότι τότε οι δημοκρατικοί δε γνώριζαν ότι οι σωκρατικοί και οι έφοροι θα έφταναν να σφάζουν αδέρφια τους με 5.000 τάλαντα περσικά λεφτά και καράβια (βλ. Ισοκράτη Περί ειρήνης), γι΄αυτό τους άφηναν να εκτονώσουν το μίσος τους, μπας και συνέρθουν. Σήμερα βλέπουμε ως πού φτάνει το μίσος των τωρινών αντιδημοκρατικών και κόβουν το κλαδί πάνω στο οποίο κάθονται…

Φτάνουν ακόμα να αποσιωπούν ότι οι δημοκρατικοί Αθηναίοι ετοιμάζονταν με την Ασπασία να ξαναφέρουν τις γυναίκες στην Εκκλησία από όπου τις είχε διώξει ο Κέκροπας (όπως έκαναν και με τις ΕΠΤΑ (7) πολιτογραφήσεις υπαλλήλων-”δούλων” των πλουσίων – βλ. Αριστοτέλη, Αθηναίων Πολιτεία), αλλά, το μίσος εφόρων-σωκρατικών-σατραπών, δεν τους το επέτρεψε.και τους τρέφουμε.

Ο μεν Πλάτωνας ΩΡΙΜΑΖΟΝΤΑΣ παραδέχτηκε στην 7η Επιστολή του αποκρούοντας τους ολιγαρχικούς των Συρακουσών ότι «Η ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΕΙΝΑΙ ΧΡΥΣΟΣ», ο δε διακριτικά δημοκρατικός Αριστοτέλης που αποθεώνει την άμεση δημοκρατία των Σαλαμινομάχων, τόσο στα Πολιτικά του όσο και στην Αθηναίων Πολιτεία, όχι μόνο δεν έγινε προδότης της δημοκρατικής πλειονότητας των Ελλήνων, αλλά πέθανε από τον καημό του αμέσως μόλις έμαθε την ήττα των δημοκρατικών στην Κραννώνα, το τέλος των υπονομευμένων ΧΡΥΣΩΝ ΑΙΩΝΩΝ του ΘΑΡΡΟΥΣ,που έκτοτε συκοφαντούνται με ποικιλία αντιδημοκρατικών δογμάτων…

Ο χίπης Διογένης, ως γνωστόν, δεν αντιστάθηκε δραστήρια στο σκοταδισμό αυτών που μας οδήγησαν εδώ…

Να δούμε τώρα πώς θα συνέρθει η ανθρωπότητα χωρίς συμφιλιωτικό ενιαίο ψηφοδέλτιο (ΜΟΝΑΔΙΚΟ ΚΡΙΤΗΡΙΟ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗΣ στις αρχαίες Ολυμπιακές γιορτές τής Δημοκρατίας!) και αποκέντρωση, τις βασικές αρχές των ΧΡΥΣΩΝ ΑΙΩΝΩΝ και του 1821, το οποίο ΔΙΕΛΥΣΕ την “Ιερά Συμμαχία”.

Πολλοί παρασιτικοί, θέλοντας να συκοφαντήσουν την Αρχαία Ελλάδα καί να υπερασπιστούν διάφορες μορφές μοναρχίας, κατηγορούν τους αρχαίους δημοκρατικούς Σαλαμινομάχους και τα παιδιά τους, ότι τάχα κατεδίωξαν τη φιλοσοφία καί μάλιστα ανακυκλώνουν ορισμένες περιπτώσεις, προσπαθώντας να εδραιώσουν προπαγάνδα τους. Αυτές οι περιπτώσεις, για να ανατραπεί η μοναρχική προπαγάνδα δύο ολοκλήρων χιλιετιών, θα απαντηθούν διεξοδικά σε αυτήν την εργασία, καί είναι οι εξής:
1) Πυθαγόρας ο Σάμιος(582 – 500π.α.χ.χ.)
2) Ξενοφάνης ο Κολοφώνιος(570 – 475π.α.χ.χ.)
3) Διογένης Απολλωνιάτης(500 – 430π.α.χ.χ.)
4) Αναξαγόρας ο Κλαζομένιος(500 – 428π.α.χ.χ.)
5) Ίππασος ο Μεταποντίνος(500 – 460π.α.χ.χ.)
6) Εμπεδοκλής ο Ακραγαντίνος(484 – 424π.α.χ.χ.)
7) Ζήνων ο Ελεάτης(490 – 430π.α.χ.χ.)
8) Σωκράτης ο Αθηναίος(470 – 399π.α.χ.χ.)
9) Φιλόλαος ο Κροτωνιάτης(470 – 380π.α.χ.χ.)
10) Πρόδικος ο Κείος(465 – 400π.α.χ.χ.)
11) Πλάτωνας ο Αθηναίος(428 – 347π.α.χ.χ.)
12) Διογένης ο Σινωπέας ή Κυνικός(404 – 323π.α.χ.χ.)
13) Διαγόρας ο Μήλιος ο άθεος (τέταρτος προχριστιανικός αιώνας)
Μερικοί τον διαχωρίζουν από τον Διαγόρα τον Αθηναίο, αλλά
Η έρευνα δεν έχει καταλήξει αν πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο ή
για δύο διαφορετικά πρόσωπα.
14) Αριστοτέλης ο Σταγειρίτης(384 – 322π.α.χ.χ.)
15) Ανάξαρχος ο Αβδηρίτης(360 – 300π.α.χ.χ.)
16) Καλλισθένης ο Ολύνθιος(περ. 355 – 327π.α.χ.χ.)

 

Α) Στοιχεία

1) Πυθαγόρας ο Σάμιος(582 – 500π.α.χ.χ.)

Ετελεύτα δ’ ο Πυθαγόρας τούτον τόν τρόπον. Συνεδρεύοντες μετά τών συνήθων εν τή Μίλωνος οικία τούτου, υπό τινος τών μή παραδοχής αξιωθέντων διά φθόνον υποπρησθήναι τήν οικίαν συνέβη. τινές δ’ αυτούς τούς Κροτωνιάτας τούτο πράξαι, τυραννίδος επίθεσιν ευλαβουμένους. τόν δή Πυθαγόραν καταληφθήναι διεξιόντα. Καί πρός τινι χωρίω γενόμενος πλήρει κυάμων, ίνα <μή> διέρχοιτο αυτόθι έστη, ειπών αλώναι <αν> μάλλον ή πατήσαι, αναιρεθήναι δέ κρείττον ή λαλήσαι. καί ώδε πρός τών διωκόντων  αποσφαγήναι. ούτω δή καί τούς πλείστους τών εταίρων αυτού διαφθαρήναι, όντας πρός τούς τετταράκοντα. διαφυγείν δ’ ολίγους, ών ήν καί Άρχιππος ο Ταραντίνος καί Λύσις ο προειρημένος.
Φησί δέ Δικαίαρχος (Wehril i, fg. 35b) τόν Πυθαγόραν αποθανείν καταφυγόντα εις τό εν Μεταποντίω ιερόν τών Μουσών, τετταράκοντα ημέρας ασιτήσαντα. Ηρακλείδης δέ φησιν εν τή τών Σατύρου βίων επιτομή (FGH iii. 169) μετά τό θάψαι Φερεκύδην εν Δήλω επανελθείν εις Ιταλίαν καί * πανδαισίαν ευρόντα Κύλωνος τού Κροτωνιάτου εις Μεταπόντιον υπεξελθείν κακεί τόν βίον καταστρέψαι ασιτία, μή βουλόμενον περαιτέρω ζήν. Έρμιππος (FHG iii. 41 sq.) δέ φησι, πολεμούντων Ακραγαντίνων καί Συρακουσίων, εξελθείν τόν Πυθαγόραν μετά τών συνήθων καί προστήναι τών Ακραγαντίνων. τροπής δέ γενομένης περικάμπτοντα αυτόν τήν τών κυάμων χώραν υπό τών Συρακουσίων αναιρεθήναι. τούς τε λοιπούς, όντας πρός τούς πέντε καί τριάκοντα, εν Τάραντι κατακαυθήναι, θέλοντας αντιπολιτεύεσθαι τοίς προεστώσι.

Πηγή: Διογένης Λαέρτιος Βίοι Φιλοσόφων1

Μετάφραση Κάκτου

Ο Πυθαγόρας πέθανε με τον εξής τρόπο: βρισκόταν μαζί με τους φίλους του στο σπίτι του Μίλωνα…καί κάποιος απ’ αυτούς που δεν είχαν αξιωθεί να γίνουν μαθητές του, από τη ζήλια έβαλε κρυφά φωτιά στο σπίτι. Μερικοί λένε πως αυτό το έκαναν οι ίδιοι οι Κροτωνιάτες φοβούμενοι εγκαθίδρυση τυραννίας. Ο Πυθαγόρας συνελήφθη προσπαθώντας να ξεφύγει. Είχε φτάσει σ’ ένα χωράφι κατάσπαρτο με κουκιά καί τότε στάθηκε για να μην περάσει από μέσα, λέγοντας πως θα προτιμούσε να συλληφθεί παρά να τα πατήσει καί πως θα προτιμούσε να σκοτωθεί παρά να μιλήσει. Έτσι αυτοί που τον καταδίωκαν τον έσφαξαν. Έτσι λοιπόν σκοτώθηκαν καί οι περισσότεροι από τους φίλους του, που ήταν περίπου τετρακόσιοι. Λίγοι κατάφεραν να ξεφύγουν, ανάμεσα στους οποίους ο Άρχιππος ο Ταραντίνος καί ο Λύσις που προαναφέρθηκε. Ο Δικαίαρχος όμως λέει πως ο Πυθαγόρας πέθανε όταν κατέφυγε στο ιερό των Μουσών στο Μεταπόντιο, μένοντας σαράντα ημέρες νηστικός. Ο Ηρακλείδης στην επιτομή των βίων του Σατύρου λέει ότι μετά την ταφή του Φερεκύδη στη Δήλο, επέστρεψε στην Ιταλία καί…επειδή γινόταν γλέντι στου Κύλωνα του Κροτωνιάτη, έφυγε κρυφά για το Μεταπόντιο όπου πέθανε από ασιτία μη θέλοντας να ζήσει από κει καί πέρα. Ο Έρμιππος λέει ότι κατά τη διάρκεια του πολέμου Ακραγαντίνων καί Συρακουσίων, ο Πυθαγόρας καί οι φίλοι του πολέμησαν υπέρ των Ακραγαντίνων. Κατά την οπισθοχώρηση καί ενώ προσπαθούσε να παρακάμψει το χωράφι με τα κουκιά, σκοτώθηκε από τους Συρακούσιους. Οι υπόλοιποι, που ήταν τριάντα πέντε, κάηκαν ζωντανοί στον Τάραντα, επειδή θέλησαν να εγκαταστήσουν κυβέρνηση αντίθετη προς την υπάρχουσα.

Σχόλιο: Άρα, για τον Πυθαγόρα υπάρχουν αρκετές εκδοχές.
α) Τον θανάτωσαν οι Κροτωνιάτες, είτε λόγω ζήλιας είτε λόγω του φόβου τους ότι θα εγκαθιστούσε τυραννία. Αυτήν την εκδοχή υποστηρίζουν ο Νεάνθης, ο Δικαίαρχος, ο Πορφύριος, ο Ιάμβλιχος καί ο Νικόμαχος.
β) Ο Ηρακλείδης, διαφωνώντας με όλους τους παραπάνω, υποστηρίζει ότι αφού ο Πυθαγόρας ταξίδευσε στην Δήλο για να παραστεί στην ταφή του φίλου του Φερεκύδη, γύρισε εν συνεχεία στον Κρότωνα καί από εκεί πήγε στο Μεταπόντιο καί πέθανε εκουσίως από ασιτία.
γ) Ο Έρμιππος, απορρίπτοντας τις δύο ανωτέρω εκδοχές, υποστηρίζει ότι ο Πυθαγόρας, μαζί με τους μαθητές του, στον πόλεμο μεταξύ του Ακράγαντα καί των Συρακουσών, συνεπολέμησαν με τους Ακραγαντίνους κατά των Συρακουσίων, ενώ ο ίδιος ο Πυθαγόρας σκοτώθηκε σε μάχη. Επίσης, τριάντα πέντε μαθητές του Πυθαγόρα, οι οποίοι θέλησαν να ανατρέψουν το νόμιμο πολίτευμα στον Τάραντα, εκτελέστηκαν.

2) Ξενοφάνης ο Κολοφώνιος(570 – 475π.α.χ.χ.)

ΞΕΝΟΦΑΝΗΣ

Ξενοφάνης Δεξίου ή, ως Απολλόδωρος(FGrH 244 F 68a), Ορθομένους Κολοφώνιος επαινείται πρός τού Τίμωνος. φησί γούν (PPF 9 B 60. 1),
Ξεινοφάνης θ’ υπάτυφον, Ομηραπάτην επικόπτην.
Ούτος εκπεσών τής πατρίδος εν Ζάγκλη τής Σικελίας * * διέτριβε δέ καί εν Κατάνη. διήκουσε δέ κατ’ ενίους μέν ουδενός, κατ’ ενίους δέ Βότωνος Αθηναίου ή, ως τινες, Αρχελάου.

Πηγή: Διογένης Λαέρτιος Βίοι Φιλοσόφων2.

Μετάφραση Κάκτου

Ο Ξενοφάνης ήταν γιος του ή, όπως λέει ο Απολλόδωρος, του Ορθομένη καί καταγόταν από την Κολοφώνα. Ο Τίμων τον επαινεί λέγοντας:

Τον Ξενοφάνη, που δεν ήταν αλαζόνας,
τον παραφθορέα του Ομήρου, τον σωφρονιστή.
Αυτός αφού εκδιώχτηκε από την πατρίδα του, ζούσε στη Ζάγκλη της Σικελίας…καί στην Κατάνη. Μερικοί λένε πως δεν είχε κανένα δάσκαλο, άλλοι λένε πως ήταν δάσκαλός του ο Βότων ο Αθηναίος καί άλλοι ο Αρχέλαος.

Σχόλιο: Άρα, ο Ξενοφάνης δεν καταδιώχθηκε όπως ίσως νομίζουν πολλοί για τις ιδέες του, αλλά για παραφθορά των διακριτικά αντιμοναρχικών ομηρικών επών (όταν μάλιστα η Ιλιάδα ξεκινά με την καταγγελία του μήνιν=μανία πάσχοντα Αχιλλέα, δηλαδή του μανιακού που “έγινε αιτία να χαθούν μυριάδες”). Δηλαδή, για ένα καθαρώς ποινικό αδίκημα. Επομένως, ούτε εδώ δεν υπάρχει θρησκευτικός διωγμός. Καί σήμερα ακόμα, αν κάποιος πλαστογραφήσει ή αλλοιώσει κείμενο, μπορεί να μηνυθεί καί να τιμωρηθεί.

3) Διογένης ο Απολλωνιάτης(500 – 430π.α.χ.χ.)

Διογένης Απολλοθέμιδος Απολλωνιάτης, ανήρ φυσικός καί άγαν ελλόγιμος. ήκουσε
δέ, φησίν Αντισθένης (FGrH 508 F 15), Αναξιμένους. ήν δέ τοίς χρόνοις κατ’ Αναξαγόραν. τούτόν φησιν ο Φαληρεύς Δημήτριος εν τή Σωκράτους απολογία  (Wehrli iv, fg. 91) διά μέγαν φθόνον μικρού κινδυνεύσαι Αθήνησιν.
Εδόκει δέ αυτώ τάδε. Στοιχείον είναι τόν αέρα, κόσμους απείρους καί κενόν άπειρον. τόν τε αέρα πυκνούμενον καί αραιούμενον γεννητικόν είναι των κόσμων. ουδέν εκ τού μή όντος γίνεσθαι ουδ’ εις τό μή όν φθείρεσθαι. τήν γήν στρογγύλην, ηρεισμένην εν τώ μέσω, τήν σύστασιν ειληφυίαν κατά τήν εκ τού θερμού περιφοράν καί πήξιν υπό τού ψυχρού.
Αρχή δέ αυτώ τού συγγράμματος ήδε (DK 64 B 1)• «λόγου παντός αρχόμενον δοκεί μοι χρεών είναι τήν αρχήν αναμφισβήτητον παρέχεσθαι, τήν δ’ ερμηνείαν απλήν καί σεμνήν».

Πηγή: Διογένης Λαέρτιος Βίοι Φιλοσόφων3

Μετάφραση Κάκτου

Ο Διογένης ο Απολλωνιάτης, γιος του Απολλοθέμιδος, ήταν φυσικός φιλόσοφος καί πολύ σπουδαίος άνδρας. Ο Αντισθένης λέει πως ήταν μαθητής του Αναξιμένη. Ήταν σύγχρονος του Αναξαγόρα. Γι’ αυτόν ο Δημήτριος ο Φαληρέας στην «Σωκράτους Απολογία» λέει ότι εξαιτίας του μεγάλου φθόνου παραλίγο να θανατωνόταν στην Αθήνα.
Οι φιλοσοφικές του απόψεις ήταν οι εξής: πρωταρχικό αίτιο είναι ο αέρας. Υπάρχουν άπειροι κόσμοι καί επίσης άπειρο είναι το κενό. Οι κόσμοι γεννιούνται με πύκνωση καί αραίωση του αέρα. Τίποτε δεν δημιουργείται από το τίποτα καί τίποτε δεν εξαφανίζεται στο τίποτα. Η γη είναι στρογγυλή, στερεωμένη στο μέσο καί η σύστασή της είναι αποτέλεσμα της περιφοράς από το θερμό καί της πήξης που προκαλείται από το ψυχρό.
Το σύγγραμμά του αρχίζει: «Νομίζω πως η αρχή κάθε φιλοσοφικού λόγου πρέπει να είναι τέτοια που να μη μπορεί να αμφισβητηθεί καί η ερμηνεία να είναι απλή καί σοβαρή».

Σχόλια:

α) Ο Διογένης Λαέρτιος παραδέχεται ότι ο Διογένης ο Απολλωνιάτης κατηγορήθηκε, αλλά λέει «για φθόνο».
β) Παραδέχεται επίσης ότι αθωώθηκε, αφού το «παραλίγο να θανατωνόταν», σημαίνει ότι εν τέλει δεν θανατώθηκε.
γ) Οι φιλοσοφικές θέσεις του είναι ενδιαφέρουσες.
i) Πρωταρχικό αίτιο είναι ο αέρας.
ii) Υπάρχουν άπειροι κόσμοι καί άπειρο είναι καί το κενό.
iii) Οι κόσμοι γεννιούνται με πύκνωση καί αραίωση του αέρα.
iv) Τίποτε δεν δημιουργείται από το τίποτε καί τίποτε δεν εξαφανίζεται στο τίποτε.
Καί εδώ οφείλω να παρατηρήσω, ότι αυτόν τον νόμο, ο οποίος ονομάζεται καί «νόμος της αφθαρσίας της ύλης», πολλοί νομίζουν ότι τον πρωτοδιετύπωσε ο Γάλλος Λαβουαζιέ. Αλλά, δυστυχώς για αυτούς, τους διαψεύδουν οι πηγές.
v) Η γη είναι στρογγυλή, στερεωμένη στο μέσο καί η σύστασή της οφείλεται στην περιφορά από το θερμό καί στην πήξη από το ψυχρό.
Καί αυτή είναι θέση, η οποία έγινε δεκτή από τους επιστήμονες στους νεώτερους χρόνους.

4) Αναξαγόρας ο Κλαζομένιος(500 – 428π.α.χ.χ.)

1. Μαρτυρία Πλουτάρχου

Περί δέ τούτον τόν χρόνον Ασπασία δίκην έφευγεν ασεβείας, Ερμίππου τού κωμωδιοποιού διώκοντος καί προσκατηγορούντος, ως Περικλεί γυναίκας ελευθέρας εις τό αυτό φοιτώσας υποδέχοιτο, καί ψήφισμα Διοπείθης έγραψεν εισαγγέλεσθαι τούς τά θεία μή νομίζοντας ή λόγους περί τών μεταρσίων διδάσκοντας, απερειδόμενος εις Περικλέα δι’ Αναξαγόρου τήν υπόνοιαν. δεχομένου δέ τού δήμου καί προσιεμένου τάς διαβολάς, ούτως ήδη ψήφισμα κυρούται Δρακοντίδου γράψαντος, όπως οι λόγοι τών χρημάτων υπό Περικλέους εις τούς πρυτάνεις αποτεθείεν, οι δέ δικασταί τήν ψήφον από τού βωμού φέροντες εν τή πόλει κρίνοιεν.
Άγνων δέ τούτο μέν αφείλε τού ψηφίσματος, κρίνεσθαι δέ τήν δίκην έγραψεν εν δικασταίς χιλίοις καί πεντακοσίοις, είτε κλοπής καί δώρων είτ’ αδικίου βούλοιτο τις ονομάζειν τήν δίωξιν. Ασπασίαν μέν ούν εξητήσατο, πολλά πάνυ παρά τήν δίκην, ως Αισχίνης (p. 48 Kr.) φησίν, αφείς υπέρ αυτής δάκρυα καί δεηθείς τών δικαστών, Αναξαγόραν δέ φοβηθείς <τό δικαστήριον> εξέκλεψε καί προύπεμψε εκ τής πόλεως.

Πηγή: Πλουτάρχου Περικλής4

Μετάφραση Κάκτου

Εκείνο τον καιρό περίπου δικάστηκε καί η Ασπασία με την κατηγορία της ασέβειας. Κατήγορός της ήταν ο κωμικός Έρμιππος, που την κατηγορούσε ακόμα ότι δεχόταν κρυφά στο σπίτι της ελεύθερες γυναίκες για να κάνουν έρωτα με τον Περικλή.
Ο Διοπείθης είχε προτείνει καί την ψήφιση ενός νόμου, να περνούν από δημόσια δίκη εκείνοι που δεν παραδέχονται τα θεία ή πιστεύουν σε θεωρίες άλλες για τα φαινόμενα του ουρανού, βάζοντας μ’ αυτό τον τρόπο ως στόχο τον ίδιο τον Περικλή, μέσω του Αναξαγόρα.
Ο δήμος επίσης είχε δεχτεί καί ακούσει πρόθυμα τις συκοφαντίες. έτσι ψηφίστηκε με πρόταση του Δρακοντίδη νόμος, να δώσει λόγο στους Πρυτάνεις ο Περικλής για τη διαχείριση των δημόσιων χρημάτων καί οι δικαστές, παίρνοντας τις ψήφους από το βωμό της θεάς, να αποφασίσουν αν είναι ένοχος. Ο Άγνων απάλειψε την τελευταία πρόταση από το νόμο καί πρότεινε να γίνει η δίκη ενώπιον χιλίων πεντακοσίων δικαστών, με την κατηγορία της «κλοπής» καί της «δωροδοκίας» ή της «δημόσιας βλάβης».
Σε ό,τι αφορά την Ασπασία, πέτυχε την απαλλαγή της, καθώς γράφει ο Αισχίνης, ικετεύοντας τους δικαστές με θερμά δάκρυα. Τον Αναξαγόρα, από φόβο γι’ αυτά που βυσσοδομούνταν, τον έδιωξε κρυφά από την πόλη.

Σχόλια: Ο Έρμιππος, ήταν κωμικός ποιητής, πρόδρομος του Αριστοφάνη. Επίσης, ο Διοπείθης, ήταν μάντης καί χρησμολόγος, αντίπαλος του ορθολογιστή Αναξαγόρα. Τέλος, ο Δρακοντίδης είναι μάλλον ένας από τους μετέπειτα Τριάντα Τυράννους, άρα οπαδός του μοναρχικού κόμματος. Επίσης ο Άγνωνας ήταν πιθανόν ο πατέρας του Θηραμένη. Μάλιστα ο Άγνωνας ήταν ο αρχηγός των Τετρακοσίων του 411π.α.χ.χ., ενώ ο γιος του Θηραμένης ήταν ένας από τους ηγέτες των Τριάντα Τυράννων του 404 – 403π.α.χ.χ.

2. Μαρτυρία Διογένους Λαερτίου

Περί δέ τής δίκης αυτού διάφορα λέγεται. Σωτίων μέν γάρ φησιν εν τή Διαδοχή τών φιλοσόφων υπό Κλέωνος αυτόν ασεβείας κριθήναι, διότι τόν ήλιον μύδρον έλεγε διάπυρον. απολογησαμένου δέ υπέρ αυτού Περικλέους τού μαθητού, πέντε ταλάντοις ζημιωθήναι καί φυγαδευθήναι. Σάτυρος δ’ εν τοίς  Βίοις (FHG iii. 163) υπό Θουκυδίδου φησίν εισαχθήναι την δίκην, αντιπολιτευομένου τώ Περικλεί. καί ου μόνον ασεβείας αλλά καί μηδισμού. καί απόντα καταδικασθήναι θανάτω. ότε καί αμφοτέρων αυτώ προσαγγελέντων, τής τε καταδίκης καί τής τών παίδων τελευτής, ειπείν περί μέν τής καταδίκης, ότι άρα «κακείνων καμού πάλαι η φύσις κατεψηφίσατο», περί δέ τών παίδων, ότι «ήδειν αυτούς θνητούς γεννήσας.» οι δ’ εις Σόλωνα τούτ’ αναφέρουσιν, άλλοι εις Ξενοφώντα. τούτον δέ καί θάψαι ταίς ιδίαις χερσίν αυτούς Δημήτριός φησιν ο Φαληρεύς εν τώ Περί γήρως (FGrH 228 F 38). Έρμιππος δ’ εν τοίς Βίοις  (FHG iii. 43) φησίν ότι καθείρχθη εν τώ δεσμωτηρίω τεθνηξόμενος. Περικλής δέ παρελθών είπεν είπεν εί τι έχουσιν εγκαλείν αυτώ κατά τόν βίον. ουδέν δε ειπόντων, «καί μήν εγώ», έφη, «τούτου μαθητής ειμι. μή ούν διαβολαίς επαρθέντες αποκτείνητε τόν άνθρωπον, αλλ’ εμοί πεισθέντες άφετε.»
καί αφείθη. ουκ ενεγκών δέ τήν ύβριν εαυτόν εξήγαγεν. Ιερώνυμος δ’ εν τώ δευτέρω τών Σποράδην υπομνημάτων (Hiller ix) φησίν ότι ο Περικλής παρήγαγεν αυτόν επί τό δικαστήριον διερρυηκότα καί λεπτόν υπό νόσου, ώστε ελέω μάλλον ή κρίσει αφεθήναι. καί τά μέν περί τής δίκης αυτού τοσαύτα.
Έδοξε δέ πως καί Δημοκρίτω απεχθώς εσχηκέναι αποτυχών τής πρός αυτόν κοινολογίας. καί τέλος αποχωρήσας εις Λάμψακον αυτόθι κατέστρεψεν. ότε καί τών αρχόντων τής πόλεως αξιούντων τί βούλεται αυτώ γενέσθαι, φάναι, «τούς παίδας εν ώ άν αποθάνη μηνί κατ’ έτος παίζειν συγχωρείν.» καί φυλάττεται τό έθος καί νύν. Τελευτήσαντα δή αυτόν έθαψαν εντίμως οι Λαμψακηνοί καί επέγραψαν (A. Pal. vii. 94).
ενθάδε, πλείστον αληθείας επί τέρμα περήσας
ουρανίου κόσμου, κείται Αναξαγόρας.
έστι καί ημών εις αυτόν (A. Pal. vii. 95)•
ηέλιον πυρόεντα μύδρον ποτέ φάσκεν υπάρχειν,
καί διά τούτο θανείν μέλλεν Αναξαγόρας.
αλλ’ ο φίλος Περικλής μέν ερύσατο τούτον, ο δ’ αυτόν
εξάγαγεν βιότου μαλθακίη σοφίης.
Γεγόνασι δέ καί άλλοι τρείς Αναξαγόραι, ών [εν ουδενί πάντα, αλλ] ο μέν
ήν ρήτωρ, Ισοκράτειος. ο δ’ ανδριαντοποιός, ού μέμνηται Αντίγονος. Άλλος γραμματικός Ζηνοδότειος.

Πηγή: Διογένους Λαερτίου Βίοι Φιλοσόφων5

Μετάφραση Κάκτου

Σχετικά με τη δίκη του λέγονται διάφορα. Ο Σωτίων στη «Διαδοχή των φιλοσόφων» λέει πως κατηγορήθηκε από τον Κλέωνα για ασέβεια, επειδή ονόμαζε τον ήλιο πυρακτωμένη πέτρα. Τον υπερασπίστηκε ο Περικλής που ήταν μαθητής του, τιμωρήθηκε όμως με πρόστιμο πέντε τάλαντα καί εξορία. Ο Σάτυρος στους «Βίους» λέει πως ο Θουκυδίδης ήταν εκείνος που τον οδήγησε στο δικαστήριο, δεδομένου ότι ήταν πολιτικός αντίπαλος του Περικλή. Ο Αναξαγόρας κατηγορήθηκε όχι μόνο για ασέβεια αλλά καί για μηδισμό. Καταδικάστηκε ερήμην σε θάνατο. Όταν του ανακοινώθηκαν καί τα δύο μαζί, δηλαδή η καταδίκη καί ο θάνατός των παιδιών του, για την καταδίκη είπε: «Καί κείνους καί μένα μας έχει καταδικάσει από παλιά η φύση», καί για τα παιδιά του είπε: «Ήξερα ότι τα γέννησα θνητά». Αυτά μερικοί τα αποδίδουν στον Σόλωνα καί άλλοι στον Ξενοφώντα. Το ότι τα έθαψε με τα ίδια του τα χέρια το αναφέρει ο Δημήτριος ο Φαληρεύς στο βιβλίο του «Περί γήρως». Ο Έρμιππος στους «Βίους» αναφέρει ότι κλείστηκε στη φυλακή για να θανατωθεί. Ο Περικλής είπε μιλώντας δημόσια, αν έχουν λόγους να τον κατηγορούν για οτιδήποτε αφορά τη ζωή του [του Περικλή]. Του απάντησαν πως όχι καί τότε είπε:«Είμαι μαθητής του ανθρώπου αυτού. Μην παρασυρθείτε λοιπόν από συκοφαντίες καί τον σκοτώσετε. Πιστέψτε με καί ελευθερώστε τον». Πράγματι τον ελευθέρωσαν, επειδή όμως δεν μπορούσε να υπομείνει την προσβολή, αυτοκτόνησε. Ο Ιερώνυμος στο δεύτερο κεφάλαιο των «Σποράδην υπομνημάτων» αναφέρει πως ο Περικλής τον παρουσίασε στο δικαστήριο εξασθενημένο καί αδύνατο από κάποια αρρώστια, με αποτέλεσμα να αφεθεί ελεύθερος από λύπηση μάλλον παρά μετά από απόφαση δικαστική. Αυτά σχετικά με τη δίκη του.
Τελικά αποτραβήχτηκε στη Λάμψακο καί εκεί πέθανε. Όταν οι άρχοντες της πόλης τον ρώτησαν τί χάρη ήθελε να του κάνουν, είπε «Να επιτρέπουν στα παιδιά να παίζουν τον μήνα που θα πεθάνει, κάθε χρόνο». Τούτο το έθιμο διατηρείται μέχρι σήμερα. Όταν πέθανε, οι Λαμψακηνοί τον έθαψαν με τιμές καί χάραξαν στον τάφο του το εξής επίγραμμα:

Εδώ ενταφιάστηκε ο Αναξαγόρας που βρήκε
πολλές αλήθειες για τον ουράνιο κόσμο.

Σχόλιο: Συμφωνούν Πλούταρχος καί Διογένης Λαέρτιος ότι ο Αναξαγόρας καταδιώχθηκε στην Αθήνα, από τους πολιτικούς αντιπάλους του Περικλή, ώστε να πληγεί ο Περικλής σε προσωπικό καί πολιτικό επίπεδο, επειδή ο Αναξαγόρας καί ο Περικλής συνδέονταν με στενή φιλία.

5) Ίππασος ο Μεταποντίνος(500 – 460π.α.χ.χ.)

περί δ’ Ιππάσου μάλιστα, ως ήν μέν τών πυθαγορείων, διά δέ τό εξενεγκείν καί γράψασθαι πρώτως σφαίραν τήν εκ τών δώδεκα πενταγώνων απώλετο κατά θάλατταν ως ασεβήσας, δόξαν δέ λάβοι ως ευρών, είναι δέ πάντα εκείνου τού ανδρός. προσαγορεύουσι γάρ ούτω τόν Πυθαγόραν καί ου καλούσιν ονόματι. Λέγουσι δέ οι Πυθαγόρειοι εξενηνέχθαι γεωμετρίαν ούτως.αποβαλείν τινα τήν ουσίαν τών Πυθαγορείων. ως δέ τούτο ητύχησε, δοθήναι αυτώ χρηματίσασθαι από γεωμετρίας. εκαλείτο δέ η γεωμετρία πρός Πυθαγόρου ιστορία. περί μέν ούν τής διαφοράς εκατέρας τής πραγματείας καί εκατέρων τών ανδρών τών ακροωμένων Πυθαγόρου ταύτα παρειλήφαμεν. τούς γάρ είσω σινδόνος καί έξω ακροωμένους τού Πυθαγόρου καί τούς μετά τού οράν ακούοντας ή άνευ τού οράν καί τούς είσω καί έξω διωρισμένους ουκ άλλους ή τούς ειρημένους υπολαμβάνειν προσήκει, καί τούς πολιτικούς δέ καί οικονομικούς καί νομοθετικούς εν τοίς αυτοίς υποτίθεσθαι χρή.

Πηγή: Ιαμβλίχου Περί Πυθαγόρου6

Μετάφραση(δική μου)

Όμως ιδίως για τον Ίππασο, πως ήταν αφενός από τους πυθαγόρειους, επειδή όμως πρώτος εξήγαγε καί έγραψε για την σφαίρα των δώδεκα πενταγώνων, (λέγεται ότι) χάθηκε στην θάλασσα σαν ασεβής, επειδή θεωρήθηκε αφετέρου ότι βρήκε, ότι είναι όλα εκείνου του άνδρα. δότι έτσι αποκαλούν τον Πυθαγόρα καί δεν τον κατονομάζουν. Λένε όμως οι Πυθαγόρειοι ότι έτσι δημοσίευσε (ο Ίππασος) την γεωμετρία. Εκδιώκουν κάποιον από την ομάδα των Πυθαγορείων. μόλις όμως ατύχησε σε αυτό, δόθηκαν σε αυτόν χρήματα για την γεωμετρία. Ονομαζόταν αφετέρου η γεωμετρία «Ιστορία προς τον Πυθαγόρα».
Αφενός λοιπόν για την διαφορά καί των δύο εκδοχών της πραγματείας καί των δύο πλευρών από τους άνδρες που ακροώνταν τον Πυθαγόρα αυτά παραλάβαμε. διότι οι εσωτερικοί από το σεντόνι καί οι εξωτερικοί ακροώμενοι τον Πυθαγόρα καί αυτούς που άκουαν βλέποντας(=άκουαν καί έβλεπαν) ή χωρίς να βλέπουν καί οι ορισμένοι μέσα καί έξω δεν αρμόζει να υπακούουν άλλους από τους αναφερθέντες, αλλά καί τους πολιτικούς καί τους οικονομικούς καί τους νομοθέτες πρέπει να τους τοποθετούν στα ίδια.

Σχόλια: Ας αναλύσουμε λίγο αυτό το τμήμα για τον Ίππασο τον Μεταποντίνο, βάζοντας τα πράγματα σε μία σειρά, διότι ο Ιάμβλιχος τα ανακατεύει κάπως, ώστε να μπορέσουμε να συμπεράνουμε τί συνέβη με τον Ίππασο τον Μεταποντίνο.
Κατ’ αρχάς, όπως μας αναφέρει ο Ιάμβλιχος, ο Πυθαγόρας στην σχολή του είχε θεσπίσει κάποιους κανόνες. Αυτοί λοιπόν οι κανόνες του Πυθαγόρα καί των οπαδών του, ήσαν οι εξής:
α) Ο πρώτος κανόνας των πυθαγορείων, ήταν ότι έλεγαν «ο ανήρ» ή «αυτός έφα»(=εκείνος το είπε) καί εννοούσαν ο Πυθαγόρας, ασυζητητί.
β) Οι ακροατές του Πυθαγόρα, χωρίζονταν σε δύο ομάδες, στους εσωτερικούς καί στους εξωτερικούς. Αν καί όλοι ήσαν μέσα στον ίδιον ακριβώς χώρο, χωρίζονταν οι εσωτερικοί από τους εξωτερικούς ακροατές με ένα σεντόνι, το οποίο υπήρχε ανάμεσά τους, ώστε οι εξωτερικοί ακροατές να μην βλέπουν πράγματα που έπρεπε να βλέπουν μόνον οι εσωτερικοί ακροατές. Αυτός ο κανόνας στους πυθαγορείους ήταν από τους βασικότερους. Άρα, μπορεί όλοι να είχαν ακούσει τα ίδια πράγματα, αλλά κατανοούσαν διαφορετικά, αφού οι εξωτερικοί ακροατές δεν είχαν δει αυτά που είχαν δει οι εσωτερικοί.
γ)  Οι πυθαγόρειοι δεν διεχώριζαν κανέναν από αυτήν την διάκριση, αλλά καί οι πολιτικοί καί οι οικονομικοί(=επιχειρηματίες) καί οι νομοθέτες υφίσταντο την διάκριση των εσωτερικών καί των εξωτερικών ακροατών.
δ) Ονόμαζαν την γεωμετρία «Ιστορία προς τον Πυθαγόρα».
ε) Θεωρούσαν την γεωμετρία τόσο προσωπική υπόθεσή τους, ώστε όταν ο Ίππασος ο Μεταποντίνος απεκάλυψε την γνώση για την σφαίρα των δώδεκα πενταγώνων, την οποίαν απέδιδαν στον Πυθαγόρα, τον κατεπόντισαν στην θάλασσα καί τον έπνιξαν ως ασεβή στα δόγματα του Πυθαγόρα.

Σύνοψη: Με βάση όλα τα ανωτέρω, η υπόθεση του Ίππασου του Μεταποντίνου, ήταν εσωτερική σύγκορυση των πυθαγόρειων μοναρχικών…

6) Εμπεδοκλής ο Ακραγαντίνος (495 – 435π.α.χ.χ.)

Ύστερον δ’ ο Εμπεδοκλής καί τό τών χιλίων άθροισμα κατέλυσε συνεστός επί έτη τρία, ώστε ου μόνον ήν τών πλουσίων, αλλά καί τών τά δημοτικά φρονούντων. ό γε τοι Τίμαιος εν τή πρώτη καί δευτέρα  (FGrH 566 F 2), πολλάκις γάρ αυτού μνημονεύει, φησίν εναντίαν εσχηκέναι γνώμην αυτόν <έν> τε τή πολιτεία <καί εν τή ποιήσει. όπου μέν γάρ μέτριον καί επιεική> φαίνεσθαι, όπου δ’ αλαζόνα καί φίλαυτον [εν τή ποιήσει]. φησί γούν (DK 31 B 112, 4 sq.),
χαίρετ’. εγώ δ’ υμίν θεός άμβροτος, ουκέτι θνητός
πωλεύμαι,
καί τά εξής. καθ’ όν δέ χρόνον επεδήμει Ολυμπίασιν, επιστροφής ηξιούτο πλείονος, ώστε μηδενός ετέρου μνείαν γίνεσθαι εν ταίς ομιλίαις τοσαύτην όσην Εμπεδοκλέους.
Ύστερον μέντοι τού Ακράγαντος οικ<τ>ιζομένου, αντέστησαν αυτού τή καθόδω οι τών εχθρών απόγονοι. διόπερ εις Πελοπόννησον αποχωρήσας ετελεύτησεν. ου παρήκε δ’ ουδέ τούτον ο Τίμων (Diels 42), αλλ’ ώδε αυτού καθάπτεται λέγων.
καί Εμπεδοκλής αγοραίων
ληκητής επέων. όσα δ’ έσθενε, τοσσάδε είλεν
αρχών ός διέθηκ’ αρχάς επιδευέας άλλων.
Περί δέ τού θανάτου διάφορός εστιν αυτού λόγος. Ηρακλείδης (Wehrli vii, fg. 83) μέν γάρ τά περί τής άπνου διηγησάμενος, ως εδοξάσθη Εμπεδοκλής αποστείλας τήν νεκράν άνθρωπον ζώσαν, φησίν ότι θυσίαν συνετέλει πρός τώ Πεισιάνακτος αγρώ.

Πηγή: Διογένης Λαέρτιος Βίοι Φιλοσόφων7

Μετάφραση Κάκτου

Ύστερα ο Εμπεδοκλής κατέλυσε τη βουλή των χιλίων, τρία χρόνια μετά την ίδρυσή της, κάτι που δείχνει πως όχι μόνο ήταν πλούσιος, αλλά σκεφτόταν καί δημοκρατικά. Ο Τίμαιος στο πρώτο καί δεύτερο βιβλίο του – γιατί τον αναφέρει πολλές φορές – λέει ότι είχε διαφορετική άποψη απ’ αυτήν που είχε για την ποίηση. Στην πολιτική ήταν μετριοπαθής καί επιεικής, στην ποίηση αλαζόνας καί εγωϊστής, γιατί σε ένα ποίημα λέει:

Χαίρετε. Εγώ περιφέρομαι ανάμεσά σας ως αθάνατος

θεός, όχι πια θνητός,

καί τα λοιπά. Το διάστημα που βρισκόταν στην Ολυμπία ήταν τόσο μεγάλη η επιθυμία για την επιστροφή του ώστε για κανέναν άλλο δεν συζητούσαν τόσο πολύ στις φιλικές συγκεντρώσεις όσο για τον Εμπεδοκλή.
Αργότερα όμως, όταν επρόκειτο να εγκατασταθεί στον Ακράγαντα, βρήκε μεγάλη αντίδραση από τους απογόνους των εχθρών του. Γι’ αυτό έφυγε για την Πελοπόννησο όπου καί πέθανε. Ούτε καί ο Τίμων τον άφησε στην ησυχία του, αλλά τον κατηγόρησε λέγοντας τα εξής:

Καί ο Εμπεδοκλής που κράυγαζε αγοραία λόγια.
όσο μπορούσε τόσα έκανε αυτός που μοίρασε
αρχές που είχαν ανάγκη άλλων.

Σχετικά με τον θάνατό του λέγονται διάφορα πράγματα. Ο Ηρακλείδης που ανέφερε τα σχετικά με τη γυναίκα που δεν ανέπνεε, ότι δηλαδή δοξάστηκε ο Εμπεδοκλής όταν έστειλε πίσω ζωντανή τη νεαρή γυναίκα, λέει ότι πρόσφερε θυσία στο χωράφι του Πεισιάνακτος.

Σχόλιο: Άρα, ο Εμπεδοκλής εξορίστηκε από την πόλη του, επειδή ανέτρεψε το προηγούμενο πολίτευμα καί όχι για θρησκευτικούς λόγους.

7) Ζήνων ο Ελεάτης (490 – 430π.α.χ.χ.)

Γέγονε δέ ανήρ γενναιότατος καί εν φιλοσοφία καί εν πολιτεία. φέρεται γούν αυτού βιβλία πολλής συνέσεως γέμοντα. καθελείν δέ θελήσας Νέαρχον τόν τύραννον – οι δέ Διομέδοντα – συνελήφθη, καθά φησιν Ηρακλείδης εν τή Σατύρου επιτομή   (FHG iii. 169). ότε καί εξεταζόμενος τούς συνειδότας καί περί τών όπλων ών ήγεν εις Λιπάραν, πάντας εμήνυσεν αυτού τούς φίλους, βουλόμενος αυτόν έρημον καταστήσαι. είτα περί τινων ειπείν έχειν τινα <έφη> αυτώ πρός τό ούς καί δακών ουκ ανήκεν έως απεκεντήθη, ταυτόν Αριστογείτονι τώ τυραννοκτόνων παθών.
Δημήτριος δέ φησιν εν τοίς Ομωνύμοις τόν μυκτήρα αυτόν αποτραγείν. Αντιθσένης δέ εν ταίς Διαδοχαίς (FGrH 508 F 11) φησι μετά τό μηνύσαι τούς φίλους ερωτηθήναι πρός τού τυράννου εί τις άλλος είη. τόν δ’ ειπείν, «σύ ο τής πόλεως αλιτήριος.»
πρός δέ τούς παρεστώτας φάναι. «θαυμάζω υμών τήν δειλίαν, ει τούτων ένεκεν ών νύν εγώ υπομένων, δουλεύετε τώ τυράννω.» καί τέλος αποτραγόντων τήν γλώτταν προσπτύσαι αυτώ. τούς δέ πολίτας παρορμηθέντας αυτίκα τόν τύραννον καταλεύσαι. ταυτά δέ σχεδόν οι πλείους λαλούσιν. Έρμιππος  (FHG iii. 43) δέ φησιν εις όλμον αυτόν βληθήναι καί κατακοπήναι.

Πηγή: Διογένης Λαέρτιος Βίοι Φιλοσόφων8

Μετάφραση Κάκτου

Υπήρξε άνδρας ξεχωριστός καί στη φιλοσοφία καί στην πολιτική. Του αποδίδονται βιβλία που διακρίνονται για τη σύνεσή τους. Όπως αναφέρει ο Ηρακλείδης στη «Σατύρου επιτομή», θέλησε να ανατρέψει τον τύραννο Νέαρχο – άλλοι λένε τον Διομέδοντα – καί συνελήφθη. Στη διάρκεια της δίκης, όταν τον ρωτούσαν για τους συνεργούς του καί για τα όπλα που είχε πάει στη Λιπάρα, αποκάλυψε όλους τους φίλους του τυράννου με σκοπό να τον αφήσει μόνο του. Έπειτα είπε πως κάτι είχε να του πει για κάποιους κρυφά στο αυτί καί τότε του το δάγκωσε καί δεν το άφησε μέχρι που τον σκότωσαν. Έτσι έπαθε τα ίδια με τον τυραννοκτόνο Αριστογείτονα.
Ο Δημήτριος στους «Ομωνύμους» λέει πως του δάγκωσε τη μύτη. Ο Αντισθένης στις «Διαδοχές» λέει πως, αφού αποκάλυψε τους φίλους, ρωτήθηκε από τον τύραννο, αν υπάρχει καί κάποιος άλλος. Τότε απάντησε «εσύ, ο καταστροφέας της πόλης». Στους παρευρισκομένους είπε: «Θαυμάζω τη δειλία σας, αν εξαιτίας αυτών, που τώρα υπομένω, είστε δούλοι του τυράννου». Τέλος, έκοψε τη γλώσσα του καί του την έφτυσε κατάμουτρα. Ενθαρρυμένοι απ’ αυτό οι συμπολίτες του σκότωσαν τον τύραννο. Τα ίδια σχεδόν λένε οι περισσότεροι. Ο Έρμιππος λέει ότι τον έριξαν σε πέτρες που χρησίμευαν για άλεσμα καί κατακομματιάστηκε.
8) Διαγόρας ο Μήλιος

Διαγόρας, Τηλεκλείδου, ή Τηλεκλύτου, Μήλιος, φιλόσοφος καί ασμάτων ποιητής. όν ευφυά θεασάμενος Δημόκριτος ο Αβδηρίτης ωνήσατο αυτόν δούλον όντα μυρίων δραχμών καί μαθητήν εποιήσατο. ο δέ καί τή λυρική επέθετο, τοίς χρόνοις ών μετά Πίνδαρον καί Βακχυλίδην, Μελανιπππίδου δέ πρεσβύτερος. ήκμαζε τοίνυν οη Ολυμπιάδι. Καί επεκλήθη Άθεος διότι τούτο εδόξαζεν, αφ’ ού τις ομότεχνος αιτιαθείς υπ’ αυτού ως δή παιάνα αφελόμενος, όν αυτός επεποιήκει, εξωμόσατο μή κεκλοφέναι τούτον, μικρόν δέ ύστερον επιδειξάμενος αυτόν ευημέρησεν. Εντεύθεν ούν ο Διαγόρας λυπηθείς έγραψε τούς καλουμένους Αποπυργίζοντας λόγους, αναχώρησιν αυτού καί έκπτωσιν έχοντας τής περί τό θείον δόξης κατοικήσας δέ Κόρινθον ο Διαγόρας αυτόθι τόν βίον κατέστρεψεν.
Διαγόρας ο Μήλιος: επί τών αθέων καί απίστων καί ασεβών. ούτος γάρ μετά τήν άλωσιν Μήλου ώκει εν Αθήναις. τά δέ μυστήρια ούτως ηυτέλιζεν ως πολλούς εκτρέπειν τής τελετής. τούτο ούν εκήρυξαν κατ’ αυτού Αθηναίοι καί εν χαλκή στήλη έγραψαν, τώ μέν αποκτείναντι τάλαντον λαμβάνειν, τώ δέ άγοντι δύο. εκηρύχθη δέ τούτο διά τό ασεβές αυτού, επεί τά μυστήρια πάσι διηγείτο, κοινοποιών αυτά καί μικρά ποιών καί τούς βουλομένους μυείσθαι αποτρέπων. φησίν ούν Αριστοφάνης εν Όρινισι. τήδε μέντοι θημέρα μάλιστ’ επαναγορεύεται. ήν αποκτείνη τις υμών Διαγόραν τόν Μήλιον, τάλαντον λαμβάνειν. Τεθνηκότι, τουτέστι τών επί επί θανάτω φευγόντων. εν υπερβολή δέ είρηται, τούς τεθνηκότας αποκτείνειν.

Πηγή: Suda Lexicon9

Μετάφραση (δική μου)

Ο Διαγόρας, ο γιος του Τηλεκλείδη ή του Τηλεκλύτου, ήταν Μήλιος, φιλόσοφος καί συνθέτης ασμάτων. αυτόν αφού τον είδε ο Δημόκριτος ο Αβδηρίτης τον αγόρασε δούλο (υπάλληλο) για δέκα χιλιάδες δραχμές καί τον έκανε μαθητή. Εκείνος αφετέρου (=ο Διαγόρας) πρόσθεσε καί στην λυρική, ενώ στους χρόνους ήταν μεταγενέστερος του Πίνδαρου καί του Βακχυλίδη, όμως από τον Μελανιππίδη ήταν γεροντότερος. Άκμαζε λοιπόν μετά την εβδομηκοστή όγδοη Ολυμπιάδα. Καί απεκλήθη Άθεος διότι αυτό πίστευε, εκ του οποίου κάποιος ομότεχνος αφού κατηγορήθηκε από αυτόν ότι βεβαίως τάχα άρπαξε, αυτόν που αυτός είχε γράψει, ενώ ορκίστηκε ότι δεν τον είχε κλέψει, όμως όταν λίγο αργότερα τον επέδειξε ευημέρησε. Από εδώ λοιπόν αφού λυπήθηκε ο Διαγόρας έγραψε τους καλουμένους «Αποπυργίζοντες λόγους», οι οποίοι έχουν θέμα την αναχώρησή του καί την έκπτωση της γνώμης για το θείο. Αφού όμως κατοίκησε στην Κόρινθο ο Διαγόρας εδώ τελείωσε τη ζωή του.
Διαγόρας ο Μήλιος: για τους αθέους καί τους απίστους καί τους ασεβείς. Διότι αυτός μετά την άλωση της Μήλου κατοικούσε στην Αθήνα. όμως έτσι εξευτέλιζε τα μυστήρια ώστε να αποτρέπει πολλούς από την τελετή. Αυτό λοιπόν κήρυξαν εναντίον του οι Αθηναίοι καί σε χάλκινη στήλη ανέγραψαν, ότι αυτός αφενός που θα τον σκοτώσει θα πάρει ένα τάλαντο, αυτός όμως που θα τον προσαγάγει δύο. Κηρύχθηκε όμως αυτό εξαιτίας της ασεβείας του, επειδή απεκάλυπτε όλα τα μυστήρια, κοινοποιώντας τα καί κάνοντάς τα μικρά καί αποτρέποντας όσους ήθελαν να μυηθούν. Λέει λοιπόν ο Αριστοφάνης στις «Όρνιθες». «Αυτήν εδώ την ημέρα λοιπόν σήμερα πάρα πολύ ακούεται εκ νέου. αν λοιπόν κάποιος από εσάς σκοτώσει τον Διαγόρα τον Μήλιο, παίρνει ένα τάλαντο. καί αν κάποιος σκοτώσει κάποιον από τους πεθαμένους τυράννους, παίρνει τάλαντο. Ο πεθαμένος, λοιπόν, είναι ίσος με τους κατηγορούμενους για θάνατο». Όμως, αν καί έχει λεχθεί με υπερβολή, σκοτώνουμε τους πεθαμένους.

Σχόλια: Εδώ πρέπει να τονισθεί, ότι υπάρχουν δύο πρόσωπα με το όνομα Διαγόρας, καταγόμενα από την Μήλο.
Ο πρώτος Διαγόρας ο Μήλιος, ήταν γιος του Τηλεκλείδη ή του Τηλεκλύτου καί άκμασε περί το 464 – 460π.α.χ.χ., ενώ ήταν αρχικώς δούλος του Δημοκρίτου, ενώ εν συνεχεία απελευθερώθηκε από τον Δημόκριτο. Αυτός λοιπόν, ασχολήθηκε με την φιλοσοφία καί ονομάστηκε άθεος, επειδή κατηγορήθηκε από κάποιον ότι είχε κλέψει την εργασία του καί ο Διαγόρας του Τηλεκλείδη ή Τηλεκλύτου ορκίστηκε ότι δεν την είχε κλέψει αυτήν την εργασία, ενώ αργότερα την παρουσίασε ως δική του.
Ο δεύτερος Διαγόρας ο Μήλιος, αμέσως μετά την αποκατάσταση της δημοκρατίας στη Μήλο κατά το 416 – 415π.α.χ.χ., ήλθε ελεύθερος στην Αθήνα καί καταγγέλθηκε ότι εξευτέλιζε τα Ελευσίνια Μυστήρια, αποκαλύπτοντάς τα σε άλλους, αποτρέποντας όσους ήθελαν να μυηθούν, αλλά καί κοινοποιώντας τα καί κάνοντάς τα ασήμαντα. Ήταν αντιδημοκρατικός. Επομένως, μέσα σε αυτά τα πλαίσια πρέπει να ενταχθεί καί η επικήρυξή του από τους Αθηναίους.

9) Πρόδικος ο Κείος (470 – 400π.α.χ.χ.)

Πρόδικος, Κείος, ο από Κέω τής νήσου, πόλεως δέ Ιουλίδος, φιλόσοφος φυσικός καί σοφιστής, σύγχρονος Δημοκρίτου τού Αβδηρίτου καί Γοργίου, μαθητής Πρωταγόρου τού Αβδηρίτου. εν Αθήναις κώνειον πιών απέθανεν, ως διαφθείρων τούς νέους.
Πρόδικον: δικαστήν επί φίλων, καί διαιτητήν. Αριστοφάνης Κενταύρω. εγώ γάρ, εί τι σ’ ηδίκηκ’, εθέλω δίκην δούναι πρόδικον ενί τών φίλων τών σών ενί. καί παροιμία. Προδίκου σοφώτερος. Αριστοφάνης Νεφέλαις. ούτε γάρ άλλω γ’ υπακούσαιμεν πλήν ή Προδίκω σοφίας καί γνώμης ένεκα.
σοφιστής δέ ο Πρόδικος, Κείος τό γένος. ήκμασε δέ κατά τούς χρόνους Σωκράτους. πρώτος δέ ούτος τήν πεντηκοντάδραχμον επίδειξιν εποιήσατο. μνημονεύει δέ αυτού καί Πλάτων εν Πρωταγόρα καί Ξενοφών εν τοίς Απομνημονεύμασιν. ου μήν αλλά καί Αριστοφάνης εν Τηγανισταίς ούτως. τόν άνδρα τούτον ή βιβλίον διέφθειρεν ή Πρόδικος ή τών αδολέσχων είς γέ τις. διαβάλλει δέ αυτόν καί εν Όρνισι. παρ’ εμού Προδίκω κλάειν είπητε τό λοιπόν. διδάσκαλος δέ ήν ούτος καί Θηραμένους, τού επικαλουμένου Κοθόρνου, ός τής τών λ τυραννίδος μετέσχε κόθορνος δέ εκαλείτο, επεί καί τοίς λ συνέσπευδε καί τώ πλήθει. φέρεται δέ καί βιβλίον Προδίκου επιγραφόμενον Ώραι, εν ώ πεποίηκε τόν Ηρακλέα τή Αρετή καί τή Κακία συντυγχάνοντα, καί καλούσης εκατέρας επί τά ήθη αυτού προσκλίναι τή Αρετή τόν Ηρακλέα καί τούς εκείνης ιδρώτας προκρίναι τών προσκαίρων τής κακίας ηδονών.

Πηγή: Suda Lexicon10

Μετάφραση

Ο Πρόδικος, ήταν Κείος από την νήσο Κέα, αφετέρου από την πόλη Ιουλίδα, ενώ ήταν φυσικός φιλόσοφος καί σοφιστής, σύγχρονος του Δημόκριτου του Αβδηρίτη καί του Γοργία, καθώς καί μαθητής του Πρωταγόρα του Αβδηρίτη. Αφού στην Αθήνα ήπιε κώνειο πέθανε, επειδή τάχα διέφθειρε τους νέους.
Πρόδικο: τον δικαστή εναντίον φίλων, καί τον διαιτητή. Ο Αριστοφάνης στον Κένταυρο: «Γιατί εγώ, αν σε κάτι έχω αδικήσει, θέλω να δώσω πρόδικο δίκη σε κάποιον από τους φίλους σου». Καί παροιμία(υπάρχει): «Σοφότερος από τον Πρόδικο». Ο Αριστοφάνης στις Νεφέλες: «Διότι ούτε για άλλον βεβαίως θα υπακούαμε εκτός από τον Πρόδικο, εξαιτίας της γνώμης καί της σοφίας του».
Αφετέρου ο Πρόδικος ήταν σοφιστής, Κείος στο γένος. Άκμασε όμως κατά τους χρόνους του Σωκράτη. Πρώτος αφετέρου αυτός εισήγαγε την πενηντάδραχμη επίδειξη. Αφετέρου αυτόν τον μνημονεύει ο Πλάτωνας στον «Πρωταγόρα» καί ο Ξενοφώντας στα «Απομνημονεύματα». Όχι μόνον αυτό αλλά καί ο Αριστοφάνης στους «Ταγηνιστές» (λέει) έτσι: «Αυτόν τον άνδρα τον διέφθειρε ή κάποιο βιβλίο ή ο Πρόδικος ή βεβαίως κάποιος από τους φλύαρους». Όμως τον διαβάλλει καί στις «Όρνιθες»: «Από μένα πείτε στον Πρόδικο το λοιπόν να κλάνει». Όμως αυτός ήταν δάσκαλος καί του Θηραμένη, του λεγομένου «Κόθορνου», ο οποίος μετέσχε στην τυραννίδα των Τριάντα. Όμως ονομαζόταν κόθορνος, επειδή καί τους Τριάντα υπεστήριζε καί τον λαό. Αναφέρεται αφετέρου καί βιβλίο του Πρόδικου ονομαζόμενο
«Ώρες», στο οποίο έχει κάνει τον Ηρακλή να συναντά την Αρετή καί την Κακία, καί να τον καλούν καί οι δύο τους ως προς τα ήθη του, ο Ηρακλής να κλίνει προς την Αρετή καί να προκρίνει τους ιδρώτες από τις πρόσκαιρες ηδονές.

Σχόλιο:
Ο Πρόδικος, έζησε την ίδια εποχή με τον Σωκράτη. Κατηγορήθηκε, όπως καί ο Σωκράτης ότι διέφθειρε τους νέους καί καταδικάστηκε με αυτήν ακριβώς την κατηγορία σε θάνατο. Όπως αναφέρω καί στην περίπτωση του Σωκράτη, «διαφθορά των νέων» σημαίνει «αντιδημοκρατική προπαγάνδα προς τους νέους», κατά την αρχαία ελληνική δημοκρατική αντίληψη της συντριπτικής πλειοψηφίας των Ελλήνων από Εύξεινο ως Ηράκλειες Στήλες. Το ερώτημα είναι, αν τεκμηριώνεται αυτό στην περίπτωση του Προδίκου του Κείου. Η απάντηση είναι, ότι τεκμηριώνεται όσο καί στην περίπτωση του Σωκράτη.
Ο Θηραμένης, ήταν ένας πολιτικός, ο οποίος απεχθανόταν την Αθηναϊκή Δημοκρατία, όπως την είχε διευρύνει ο Περικλής από το 462 – 461π.α.χ.χ. καί έτσι πίστευε, ότι το ορθό θα ήταν η επιστροφή της Αθήνας στο προηγούμενο πολιτειακό πλαίσιο, όπως το είχε καθιερώσει ο Σόλωνας καί στερεώσει ο Κλεισθένης. Δηλαδή ο Θηραμένης, πίστευε στην επαναφορά των ισχυρών νομοθετικών εξουσιών του Αρείου Πάγου, στην αφαίρεση του δικαιώματος ανάδειξης από τα ανώτερα καί ανώτατα αξιώματα από τους πολύ φτωχούς Αθηναίους καί να παραμείνουν αυτά μόνον για τους πλουσίους, καθώς καί στην επαναφορά της παλαιάς αντίληψης για την χερσαία στρατιωτική ισχύ της Αθήνας καί επομένως στην κατάργηση του στόλου της (τον οποίον απέκτησε με την επιμονή του Θεμιστοκλή), ώστε να στερεωθεί αυτό το συντηρητικό πολίτευμα εκ νέου. Καί αυτή η αντίληψη, κυριαρχούσε στην οικογένεια του Θηραμένη.
Ο πατέρας του Θηραμένη Άγνωνας συμμετέσχε στο καθεστώς των Τετρακοσίων το 411π.α.χ.χ., το οποίο επεδίωξε αυτές τις αλλαγές καί ταυτοχρόνως την ειρήνη με την Σπάρτη, αλλά η προσπάθειά του απέτυχε καί θανατώθηκε από τους δημοκρατικούς. Ο γιος του Άγνωνα, ο Θηραμένης, επί μίαν επταετία, σε εντελώς διαφορετικό πλαίσιο, προσεπάθησε να υλοποιήσει το πατρικό σχέδιο. Έτσι, στήριξε το ολιγαρχικό καθεστώς του 404 – 403π.α.χ.χ. στην αρχή, καί ήταν ένας από τους Τριάντα Τυράννους. Ωστόσο, διεφώνησε με τον Κριτία στην ανάγκη της γενικής εξόντωσης όλων των πολιτικών αντιπάλων του καθεστώτος καί μετά από αυτήν την διαμάχη τους, επικράτησε ο ακραίος Κριτίας, ο οποίος επέβαλε στον Θηραμένη τον διά του κωνείου θάνατο.
Γνωρίζοντας λοιπόν όλα αυτά οι Αθηναίοι εκείνης της εποχής, κατεδίκασαν τον Πρόδικο τον Κείο, τον δάσκαλο του Θηραμένη, ως «διαφθορέα των νέων», διότι τον θεώρησαν ηθικό αυτουργό των εγκλημάτων του Θηραμένη.
10) Σωκράτης (470 – 399π.α.χ.χ.)

1. Αναφορά του Διογένους Λαερτίου

Η δ’ αντωμοσία τής δίκης τούτον είχε τόν τρόπον. ανακείται γάρ έτι καί νύν, φησί Φαβωρίνος (FHG iii. 578), εν τώ Μητρώω. «τάδε εγράψατο καί αντωμόσατο Μελητος Μελήτου Πιτθεύς Σωκράτει Σωφρονίσκου Αλωπεκήθεν. αδικεί Σωκράτης, ούς μέν η πόλις νομίζει θεούς ου νομίζων, έτερα δέ καινά δαιμόνια εισηγούμενος. αδικεί καί τούς νέους διαφθείρων. Τίμημα θάνατος.»

Πηγή:  Διογένους Λαερτίου Βίοι Φιλοσόφων11

Μετάφραση Κάκτου

Η καταγγελία στη δίκη, που σύμφωνα με τον Φαβωρίνο υπάρχει ακόμη στο Μητρώο, ήταν η εξής: «Ο Πιτθεύς Μέλητος Μελήτου κατηγορεί τον Σωκράτη του Σωφρονίσκου από την Αλωπεκή καί βεβαιώνει ότι ο Σωκράτης είναι ένοχος, επειδή δεν παραδέχεται τους θεούς της πόλης καί προτείνει άλλες, νέες θεότητες. Είναι ακόμη ένοχος για τη διαφθορά των νέων. Η πρέπουσα ποινή είναι ο θάνατος».

2. Μαρτυρία του Ξενοφώντα, μαθητή του Σωκράτη

Πολλάκις εθαύμασα τίσι ποτέ λόγοις Αθηναίους έπεισαν οι γραψάμενοι Σωκράτην ως άξιος είη θανάτου τή πόλει. η μέν γάρ γραφή κατ’ αυτού τοιάδε τις ήν. αδικεί Σωκράτης ούς μέν η πόλις νομίζει θεούς ου νομίζων, έτερα δέ καινά δαιμόνια εισφέρων. αδικεί δέ καί τούς νέους διαφθείρων.
Πρώτον μέν ούν, ως ουκ ενόμιζεν ούς η πόλις νομίζει θεούς, ποίω ποτ’ εχρήσαντο τεκμηρίω; θύων τε γάρ φανερός ήν πολλάκις μέν οίκοι, πολλάκις δέ επί τών κοινών τής πόλεως βωμών, καί μαντική χρώμενος ουκ αφανής ήν. διετεθρύλητο γάρ ως φαίη Σωκράτης τό δαιμόνιον εαυτώ σημαίνειν. όθεν δή καί μάλιστα μοι δοκούσιν αυτόν αιτιάσασθαι καινά δαιμόνια εισφέρειν. Ο δ’ ουδέν καινότερον εισέφερε τών άλλων, όσοι μαντικήν νομίζοντες οιωνοίς τε χρώνται καί φήμαις καί συμβόλοις καί θυσίαις.

Πηγή: Ξενοφώντα Απομνημονεύματα12

Μετάφραση Κάκτου

Πολλές φορές αναρωτήθηκα με ποιά τέλος πάντων επιχειρήματα1 έπεισαν τους Αθηναίους2 αυτοί που κατήγγειλαν3 τον Σωκράτη ότι άξιζε τάχα να καταδικαστεί σε θάνατο από την πόλη. Η καταγγελία4 εναντίον του ήταν η εξής: Ο Σωκράτης διαπράττει αδίκημα, γιατί δεν πιστεύει στους θεούς που πιστεύει η πόλη καί προσπαθεί να εισάγει νέους θεούς. διαπράττει επίσης αδίκημα, γιατί διαφθείρει τους νέους.
Πρώτα λοιπόν ποιά απόδειξη χρησιμοποίησαν για το ότι δεν πίστευε στους θεούς που πιστεύει η πόλη; Ωστόσο φανερά πολλές φορές πρόσφερε θυσίες στο σπίτι του, πολλές φορές καί στους κοινούς βωμούς της πόλης καί φανερά κατέφευγε καί στη μαντική. Είναι αλήθεια ότι ο Σωκράτης έλεγε πως το δαιμόνιο5 του έδειχνε το μέλλον, γι’ αυτό προπάντων νομίζω ότι τον κατηγόρησαν πως εισάγει νέους θεούς. Αυτός όμως δεν εισήγαγε τίποτα πιο καινούριο απ’ ό,τι οι άλλοι, όσοι πιστεύοντας στη μαντική χρησιμοποιούν τα πουλιά καί τις προφητικές φωνές καί τα φυσικά σημάδια καί τις θυσίες6.

Σημειώσεις Κάκτου

1 Ο Ξενοφών δεν αγνοεί βέβαια το περιεχόμενο της κατηγορίας κατά του Σωκράτη, αλλά αναρωτιέται πώς ήταν δυνατό να πειστούν οι δικαστές με τα επιχειρήματα που οι κατήγοροι χρησιμοποίησαν, καί που σε καμμία περίπτωση δεν θεωρεί ικανά να στηρίξουν την καταδικαστική απόφαση εναντίον του Σωκράτη.
2 Επίτηδες είπε «Αθηναίους» καί όχι «δικαστές», υπαινισσόμενος ότι η θανατική καταδίκη του Σωκράτη βαραίνει όλους γενικά τους Αθηναίους.
3 Οι κατήγοροι του Σωκράτη ήταν τρεις. Αρχηγός της κατηγορίας ήταν ο Μέλητος, νέος καί σχεδόν άγνωστος, που όπως λέγει ο Πλάτων στην Απολογίαν του, συμμετείχε στην κατηγορία εναντίον του Σωκράτη, γιατί είχε θιγεί, επειδή ο δάσκαλος έλεγε πως οι ποιητές δεν γνωρίζουν την ουσία της τέχνης τους (υπέρ τών ποιητών αχθόμενος). Ίσως ο Μέλητος τούτος ήταν γιος του ποιητή Μέλητου, που αναφέρεται στους Βατράχους του Αριστοφάνη.
Ουσιαστικά όμως την κατηγορία προώθησε ο πολιτικός Άνυτος, στρατηγός τότε, γνωστός από την Αθηναίων πολιτείαν του Αριστοτέλη (34) ως υποστηρικτής μετριοπαθούς κόμματος του κέντρου με πρόγραμμα την αποκατάσταση του «πολιτεύματος των προγόνων». Ήταν πλούσιος δερματέμπορος καί, όπως λέγει ο Σωκράτης πάλι στην Απολογίαν πήρε το μέρος των δημιουργών καί των πολιτικών. Τρίτος κατήγορός του θεωρείται ο Λύκων, άγνωστος από άλλες πηγές.
Ο Σωκράτης δικάστηκε από το δικαστήριο της Ηλιαίας, που είχε στη δικαιοδοσία του την εκδίκαση πολιτικών υποθέσεων. Το αποτελούσαν 6000 πολίτες, που επιλέγονταν με κλήρο καί διαιρούνταν σε 10 τμήματα από 501 δικαστές το καθένα. Οι υπόλοιποι ήσαν αναπληρωματικοί.
4 Γραφή δεν καλείται μόνο η δημόσια δίκη αλλά καί το ίδιο το κατηγορητήριο έγγραφο.
5 Για την ερμηνεία του Σωκρατικού δαιμονίου διατυπώθηκαν πολλές καί συχνά αλληλοσυγκρουόμενες απόψεις. Οι αρχαίοι θεωρούσαν πως η λέξη δήλωνε κάποιο προσωπικό θεό του Σωκράτη. Στον Ξενοφώντα η λέξη δαιμόνιον δηλώνει γενικά ό,τι καί το θείον, ο,τιδήποτε δηλαδή προέρχεται από τον θεό. Στην Πλατωνική Απολογίαν ο Σωκράτης αναφέρει πως το δαιμόνιον είναι είδος φωνής που εμφανίστηκε σε αυτόν από την παιδική του ηλικία καί τον αποτρέπει από κάτι που πρόκειται κάνει (19, d). Ο Ξενοφών σε όλο το έργο των Απομνημονευμάτων, όπου αναφέρεται στο συγκεκριμένο θέμα, προσπαθεί ν’ αποδείξει ότι η εσωτερική τούτη φωνή δεν ήταν τίποτε άλλο παρά ο τρόπος με τον οποίο κάποιος από τους γνωστούς θεούς φανέρωνε τη θέλησή του στον Σωκράτη, όπως ακριβώς φανερωνόταν καί στους άλλους με οιωνούς, χρησμούς καί άλλα προφητικά μέσα.
Ο Γερμανός φιλόλογος Βιλαμόβιτς (Πλάτων 1) λέγει πως το δαιμόνιον του Σωκράτη πρέπει να νοηθεί ως συναίσθημα, το οποίο απέκτησε ύστερα από συνεχή έλεγχο καί αδιάλειπτη αυτοεπισκόπηση, που ασκούσε στον εαυτό του. Ο Γκομπέρζ θεωρεί το διαμόνιον ως ένστικτο, ενόραση, που ανέκυπτε από το υποσυνείδητο των βιωμάτων του Σωκράτη. Πάντως η πίστη του Αθηναίου φιλοσόφου στο δαιμόνιο αποδεικνύει ότι γνώριζε πως πάνω από τα ανθρώπινα υπάρχει κάποια θεία τάξη πραγμάτων, σε επαφή με την οποία μας θέτει μία κατ’ άμεσο τρόπο ενόραση.
6 Οι συνηθισμένοι τρόποι μαντείας των αρχαίων ήταν: α) η οιωνοσκοπία, σύμφωνα με την οποία οι ιερείς καί οι μάντεις παρατηρούσαν τα πτηνά καί προέλεγαν το μέλλον. η β) φήμη, φωνή εξ ουρανού, προφητική φωνή. κατά Ευστάθιο «έστι δέ φήμη λόγος δηλωτικός μέλλοντος εξ αυτομάτου λαλούμενος». γ) σύμβολα είναι η εκ συντυχίας μαντεία, ιδιαίτερα η εκ συναντήσεως καί γενικά η εκ φυσικών φαινομένων, κεραυνού, βροντής κ.ά.

Σχόλιο: Με τον Ξενοφώντα, τον Βιλαμόβιτς καί τον Γκομπέρζ, διαφωνεί ο Άγγλος καθηγητής Roger Kent, ο οποίος όντας καθηγητής στα πανεπιστήμια του Καίμπριτζ καί της Οξφόρδης, γράφει αυτά εδώ, στο βιβλίο ΜΕΓΑΛΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ – Από την προϊστορία στις Σταυροφορίες, τόμος 9, εκδόσεις Αρσενίδη, σελίδα 107, σειρές 14 – 17, όπου αναφέρει: «Γεννήθηκε το 469 π.Χ., αλλά από τά παιδικά του χρόνια πάθαινε κρίσεις επιληψίας, κατά τις οποίες όπως έλεγε συνελάμβανε τίς συστάσεις πού τού έδινε τό «δαιμόνιο». Οι συστάσεις αυτές περιείχαν πάντοτε απαγορεύσεις», ο οποίος γράφει αυτά τα πράγματα για τον Σωκράτη, στο άρθρο του με τον τίτλο «Η Σκέψη του Πλάτωνα καί του Αριστοτέλη – Δυό Έλληνες φιλόσοφοι θέτουν τα θεμέλια της Ηθικής Φιλοσοφίας καί της Λογικής»*.
Από εκεί καί πέρα, η κατηγορία κατά του Σωκράτη, όπως αναλύεται από τον Ξενοφώντα, απορρίπτεται, αφού ο Σωκράτης δεν εισήγαγε απολύτως τίποτε περί τα θρησκευτικά ζητήματα.
Όμως, αυτό το οποίο μέτρησε καί οδήγησε περισσότερο από όλα στην καταδίκη του Σωκράτη από την Ηλιαία σε θάνατο, ήταν η κατηγορία για «διαφθορά των νέων». Καί αυτό πρέπει να το αναλύσουμε. Ο όρος «διαφθορά των νέων», δεν υπονοεί εκείνη την εποχή, στην κλασσική Αθήνα, κατηγορία ερωτικού – σεξουαλικού περιεχομένου, όπως ίσως θα θεωρήσουν ορισμένοι. Αντιθέτως, ο όρος «διαφθορά των νέων» σημαίνει «διεξαγωγή αντιδημοκρατικής προπαγάνδας στους νέους». Καί το ερώτημα είναι: από πού στηρίχθηκαν οι κατήγοροι του Σωκράτη για μία τέτοια κατηγορία; Στηρίχθηκαν στο γεγονός, ότι μαθητές του Σωκράτη ήσαν ο Χαρμίδης καί ο Κριτίας, οι οποίοι ήσαν δύο από τους Τριάντα Τυράννους, ότι επίσης μαθητής του Σωκράτη ήταν ο Αλκιβιάδης που πρόδωσε την πατρίδα του την Αθήνα, ενώ επίσης καί άλλοι φίλοι του Σωκράτη, συνεργάστηκαν με το καθεστώς των Τετρακοσίων το 411π.α.χ.χ. καί των Τριάντα Τυράννων το 404 – 403π.α.χ.χ. Άρα, με αυτήν την έννοια οφείλουμε να εννοήσουμε την όποια διαφθορά του Σωκράτη. Βεβαίως, ακόμα ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα, είναι ο ίδιος ο Ξενοφώντας, ο οποίος μετά τον Πελοποννησιακό Πόλεμο, στήριξε τον Κύρο τον νεώτερο κατά του αδελφού του Αρταξέρξη, αν καί ο Κύρος ο νεώτερος είχε στηρίξει στον Πελοποννησιακό Πόλεμο την Σπάρτη. Καί ο ίδιος ο Ξενοφώντας, στήριξε την Σπάρτη, υποστηρίζοντας τα Σπαρτιατικά συμφέροντα, υπηρετώντας αργότερα κατά τον Βοιωτικό ή Κορινθιακό Πόλεμο, κατά τα έτη 395 – 387π.α.χ.χ., στον Σπαρτιατικό στρατό, αν καί Αθηναίος, εναντίον της πατρίδας του Αθήνας(!!!!). Άρα, με τέτοιους μαθητές, οι δημοκρατικοί μπορούσαν να στηρίξουν με μεγάλη άνεση μία τέτοια πολιτική κατηγορία κατά του μοναρχικού Σωκράτη.



11) Φιλόλαος ο Κροτωνιάτης(470 – 380π.α.χ.χ.)

Φιλόλαος Κροτωνιάτης Πυθαγορικός. παρά τούτου Πλάτων ωνήσασθαι τά βιβλία τά Πυθαγορικά Δίωνι γράφει. ετελεύτα δέ νομισθείς επιτίθεσθαι τυραννίδι. καί ημών εστιν εις αυτόν  (A. Pal. vii. 126)•
τήν υπόνοιαν πάσι μάλιστα λέγω θεραπεύειν.
ει γάρ καί μή δράς αλλά δοκείς, ατυχείς.
ούτω καί Φιλόλαον ανείλε Κρότων ποτέ πάτρη,
ως μιν έδοξε θέλειν δώμα τύραννον έχειν.

Πηγή: Διογένης Λαέρτιος Βίοι Φιλοσόφων13

Μετάφραση Κάκτου

Ο Φιλόλαος καταγόταν από τον Κρότωνα καί ήταν Πυθαγόρειος. Απ’ αυτόν είχε γράψει ο Πλάτων στον Δίωνα να αγοράσει τα βιβλία του Πυθαγόρα. Θανατώθηκε επειδή θεωρήθηκε πως επιδιώκει την εγκατάσταση τυραννίας. Έγραψα γι’ αυτόν:

Λέω ότι πιο πολύ πρέπει να νοιαζόμαστε για τις υπόνοιες,
αν νομίζουν ότι προτίθεσαι καί δεν κάνεις χάθηκες.
Έτσι καί τον Φιλόλαο θανάτωσε ο Κρότωνας η πατρίδα του,
που νόμισε πως είχε την πρόθεση να γίνει τύραννός του.

Σχόλιο: Θανατώθηκε λόγω υποψίας εγκαθίδρυσης τυραννίδας. Αν ίσχυε στην εποχή μας αυτό, πιθανόν να εκτελούσαν καί τον Παπαδόπουλο, όταν ανακάλυψαν το σαμποτάζ του στον Έβρο, πριν εγκαθιδρύσει την δικτατορία του και την προδοσία τής Κύπρου.

12) Πλάτων ο Αθηναίος(428 – 347π.α.χ.χ.)

Δοκεί δέ Πλάτων καί τά Σώφρονος τού μιμογράφου βιβλία ημελημένα πρώτος εις Αθήνας διακομίσαι καί ηθοποιήσαι πρός αυτόν. ά καί ευρεθήναι υπό τή κεφαλή αυτού. τρίς δέ πέπλευκεν εις Σικελίαν. πρώτον μέν κατά θέαν τής νήσου καί τών κρατήρων, ότε καί Διονύσιος ο Ερμοκράτους τύραννος ών ηνάγκασεν ώστε συμμίξαι αυτώ. ο δέ διαλεγόμενος περί τυραννίδος καί φάσκων ως ουκ έστι τούτο κρείττον ό συμφέροι αυτώ μόνον ει μή καί αρετή διαφέροι, προσέκρουσεν αυτώ. οργισθείς γάρ «οι λόγοι σου», φησί, «γεροντιώσι» καί ός. «σού δέ γε τυραννιώσιν.»
εντεύθεν αγανακτήσας ο τύραννος πρώτον μέν ανελείν ώρμησεν αυτόν. είτα παρακληθείς υπό Δίωνος καί Αριστομένους τούτο μέν ουκ εποίησε, παρέδωκε δέ αυτόν Πόλλιδι τώ Λακεδαιμονίω κατά καιρόν διά πρεσβείαν αφιγμένω ώστε αποδόσθαι. κακείνος αγαγών αυτόν εις Αίγιναν επίπρασκεν. ότε καί Χάρμανδρος Χαρμανδρίδου εγράψατο αυτώ δίκην θανάτου κατά τόν παρ’ αυτοίς τεθέντα νόμον, τόν επιβάντα Αθηναίων τή νήσω άκριτον αποθνήσκειν. ήν δ’ αυτός ο θείς τόν νόμον, καθά φησι Φαβωρίνος εν Παντοδαπή ιστορία (FHG iii. 581). ειπόντος δέ τινος, αλλά κατά παιδιάν, φιλόσοφον είναι τόν επιβάντα, απέλυσαν. ένιοι δέ φασι παραχθήναι αυτόν εις τήν εκκλησίαν καί τηρούμενον μηδ’ οτιούν φθέγξασθαι, ετοίμως δέ εκδέξασθαι τό συμβαίνον. οι δέ αποκτείναι μέν αυτόν διέγνωσαν, πωλείν δέ έκριναν τώ τρόπω τών αιχμαλώτων.
Λυτρούται δή αυτόν κατά τύχην παρών Αννίκερις ο Κυρηναίος είκοσι μνών – οι δέ τριάκοντα – καί αναπέμπει Αθήναζε πρός τούς εταίρους. οι δ’ ευθύς ταργύριον εξέπεμψαν. όπερ ου προσήκατο ειπών μή μόνους εκείνους αξίους είναι Πλάτωνος κήδεσθαι. ένιοι δέ καί Δίωνα αποστείλαι φασι τό αργύριον καί τόν μή προσέσθαι, αλλά καί κηπίδιον αυτώ τό εν Ακαδημεία πρίασθαι. τόν μέντοι Πόλλιν λόγος υπό τε Χαβρίου ηττηθήναι καί μετά ταύτα εν Ελίκη καταποντωθήναι τού δαιμονίου μηνίσαντος διά τόν φιλόσοφον, ως καί Φαβωρίνός φησιν εν πρώτω τών Απομνημονευμάτων (FHG iii. 578). ου μήν ησύχαζεν ο Διονύσιος. μαθών δέ επέστειλε Πλάτωνι μή κακώς αγορεύειν αυτόν. καί ός αντεπέστειλε μή τοσαύτην αυτώ σχολήν είναι ώστε Διονυσίου μεμνήσθαι.
Δεύτερον πρός τόν νεώτερον ήκε Διονύσιον αιτών γήν καί ανθρώπους τούς κατά τήν πολιτείαν αυτού ζησομένους. ο δέ καίπερ υποσχόμενος ουκ εποίησεν. ένιοι δέ φασι καί κινδυνεύσαι αυτόν ως αναπείθοντα Δίωνα καί Θεοδόταν επί τή τής νήσου ελευθερία. ότε καί Αρχύτας αυτόν ο Πυθαγορικός γράψας επιστολήν πρός Διονύσιον παρητήσατο καί διεσώσατο εις Αθήνας.
έστι δέ η επιστολή ήδε (Hercher 132)•
“ Αρχύτας Διονυσίω υγιαίνειν.
“ Απεστάλκαμές τοι πάντες οι Πλάτωνος τώς περί Λαμίσκον τε καί Φωτίδαν απολαψούμενοι τόν άνδρα κάτ τάν πάρ τίν γενομέναν ομολογίαν. ορθώς δέ κα ποιοίς αμμιμνασκόμενος τήνας τάς σπουδάς, ηνίκα πάντας αμέ παρεκάλεις πότ τάν Πλάτωνος άφιξιν αξιών προτρέπεσθαί τε αυτόν καί αναδέχεσθαι τά τε άλλα καί περί τάν ασφάλειαν μένοντί τε καί αφορμίοντι. μέμνασο δέ καί τήνο ότι περί πολλώ εποιήσω τάν άφιξιν αυτώ καί αγάπης εκ τήνω τώ χρόνω ως ουδένα τών πάρ τίν. αι δέ τις γέγονε τραχύτας, ανθρωπίζειν χρή καποδιδόμεν αμίν αβλαβή τόν άνδρα. ταύτα γάρ ποιών δίκαια πραξείς καί αμίν χαριξή.”
Τρίτον ήλθε διαλλάξων Δίωνα Διονυσίω. ου τυχών δέ άπρακτος επανήλθεν εις τήν πατρίδα. ένθα πολιτείας μέν ουχ ήψατο, καίτοι πολιτικός ών εξ ών γέγραφεν. αίτιον δέ τό ήδη τόν δήμον άλλοις πολιτεύμασιν ενειθίσθαι. φησί δέ Παμφίλη εν τώ πέμπτω καί εικοστώ τών Υπομνημάτων  (FHG iii. 521) ως Αρκάδες καί Θηβαίοι Μεγάλην πόλιν οικίζοντες παρεκάλουν αυτόν νομοθέτην• ο δέ μαθών ίσον έχειν ου θέλοντας ουκ επορεύθη”.

Πηγή: Διογένους Λαερτίου Βίοι Φιλοσόφων14

Μετάφραση Κάκτου

Φαίνεται πως ο Πλάτων ήταν πρώτος που έφερε στην Αθήνα τα βιβλία του μιμογράφου Σώφρονος, που ήταν παραμελημένα, καί δημιούργησε χαρακτήρες βασιζόμενος σ’ αυτά. Τούτα τα βιβλία βρίσκονταν στο προσκέφαλό του. Έκανε τρία ταξίδια στη Σικελία. Το πρώτο για να δει το νησί καί τους κρατήρες (της Αίτνας), τότε που ο Διονύσιος, ο γιος του Ερμοκράτη, ήταν τύραννος καί τον ανάγκασε να συναναστρέφεται μαζί του. Ο Πλάτων μιλώντας για την τυραννία είπε πως το καλύτερο δεν είναι ό,τι συμφέρει μόνο τον τύραννο, αν δεν υπερέχει στην αρετή. Ήρθε σε σύγκρουση με τον Διονύσιο, που οργισμένος του είπε: «Τα λόγια σου είναι σαν των γερόντων», καί εκείνος απάντησε: «Καί τα δικά σου σαν των τυράννων». Ο τύραννος αγανακτισμένος στην αρχή θέλησε να τον σκοτώσει, δεν το έκανε όμως χάρη στα παρακάλια του Δίωνα καί του Αριστομένη. Τον παρέδωσε στον Λακεδαιμόνιο Πόλλη, που είχε φτάσει πάνω στην ώρα ως πρέσβης, για να τον πουλήσει. Εκείνος τον πήγε στην Αίγινα καί τον πούλησε. Τότε ο Χάρμανδρος του Χαρμανδρίδου ζήτησε να θανατώσουν τον Πλάτωνα, σύμφωνα με τον νόμο που ίσχυε εκεί καί όριζε όποιος Αθηναίος πηγαίνει στο νησί να θανατώνεται χωρίς να δικαστεί. Αυτός ο ίδιος είχε προτείνει τον νόμο όπως λέει ο Φαβωρίνος στην «Παντοδαπή ιστορία». Όταν κάποιος είπε στ’ αστεία ότι αυτός που είχε ήταν φιλόσοφος, τον άφησαν ελεύθερο. Μερικοί λένε πως οδηγήθηκε στην εκκλησία του δήμου καί όσο τον εξέταζαν δεν μίλησε καθόλου καί αποδέχτηκε το γεγονός άφοβα. Δεν τον καταδίκασαν σε θάνατο, αποφάσισαν όμως να πουληθεί ως αιχμάλωτος.
Τον απελευθέρωσε ο Αννίκερης ο Κυρηναίος που βρέθηκε εκεί τυχαία δίνοντας είκοσι μνες – άλλοι λένε τριάντα – καί τον έστειλε στην Αθήνα στους φίλους του. Εκείνοι του επέστρεψαν αμέσως τα χρήματα, τα οποία όμως δεν δέχτηκε λέγοντας πως δεν είναι μόνο εκείνοι άξιοι να φροντίζουν τον Πλάτωνα. Μερικοί λένε πως ο Δίων έστειλε τα χρήματα τα οποία δεν δέχτηκε, αλλά του αγόρασε τον μικρό κήπο που είναι στην Ακαδημία. Για τον Πόλλη υπάρχει φήμη σύμφωνα με την οποία νικήθηκε από τον Χαβρία καί κατόπιν καταποντίστηκε στην Ελίκη, εξαιτίας της οργής του δαιμονίου για αυτό που είχε κάνει στον φιλόσοφο. Τούτο αναφέρει καί ο Φαβωρίνος στο πρώτο κεφάλαιο των «Απομνημονευμάτων». Όμως ο Διονύσιος δεν ησύχαζε. Όταν έμαθε τί έγινε, έγραψε στον Πλάτωνα να μην τον κακολογεί. Εκείνος του απάντησε πως ο ελεύθερος χρόνος του δεν είναι τόσος ώστε να μπορεί να θυμάται τον Διονύσιο.
Τη δεύτερη φορά πήγε στον Διονύσιο τον Νεώτερο για να ζητήσει γη καί ανθρώπους που θα ζούσαν σύμφωνα με τις πολιτικές του αντιλήψεις. Εκείνος παρ’ ότι το υποσχέθηκε, δεν το έκανε. Μερικοί λένε ότι τότε κινδύνεψε, επειδή θεωρήθηκε πως προσπαθεί να πείσει τον Δίωνα καί τη Θεοδότα να ελευθερώσουν το νησί. Τότε ο Πυθαγόρειος Αρχύτας έστειλε γράμμα στον Διονύσιο καί κατάφερε να σώσει τον Πλάτωνα καί να τον στείλει στην Αθήνα. Η επιστολή ήταν η εξής:
«Ο Αρχύτας εύχεται υγεία στον Διονύσιο.
Όλοι εμείς οι φίλοι του Πλάτωνα σου στείλαμε τον Λαμίσκο καί τον Φωκίδα για να πάρουμε πίσω τον άνδρα, όπως λέει η συμφωνία που κάναμε μαζί σας. Καλό θα ήταν να θυμηθείς πόσο πολύ μας παρακαλούσες ζητώντας τον ερχομό του Πλάτωνα. Ήθελες να τον προτρέψουμε να έρθει καί έλεγες πως μαζί με τα άλλα θα φροντίσεις για την ασφάλειά του, όσο θα είναι εκεί καί όταν αναχωρήσει. Θυμήσου πόσο σπουδαία θεωρούσες την άφιξή του, καί τον αγαπούσες περισσότερο απ’ αυτούς που έχεις γύρω σου. Αν έσφαλλε, πρέπει να φερθείς με ανθρωπιά καί να μας τον επιστρέψεις σώο. Αν κάνεις κάτι τέτοιο, θα είσαι δίκαιος καί μεις θα σου χρωστούμε χάρη».
Την τρίτη φορά πήγε να συμφιλιώσει τον Δίωνα με τον Διονύσιο, δεν τα κατάφερε όμως καί γύρισε στην πατρίδα του άπρακτος. Εκεί δεν ασχολήθηκε με την πολιτική, αν καί τον ενδιέφερε, όπως φαίνεται από τα γραπτά του. Αιτία ήταν το ότι ήδη ο λαός είχε συνηθίσει σε άλλα πολιτεύματα. Η Παμφίλη στο εικοστό πέμπτο κεφάλαιο των «Υπομνημάτων» αναφέρει πως, όταν έχτιζαν οι Αρκάδες καί οι Θηβαίοι τη Μεγαλόπολη, του ζήτησαν να θεσπίσει νόμους, όμως εκείνος όταν έμαθε πως δεν θέλουν να έχουν ισότητα, δεν πήγε. [άρα, ωριμάζοντας, έγινε δημοκρατικός!]
Σύνοψη: Άρα, ούτε ο Πλάτωνας δεν καταδιώχθηκε για φιλοσοφικούς λόγους, αλλά οι περιπέτειές του οφείλονται σε αποκλειστικώς πολιτικούς λόγους.
13) Διογένης ο Σινωπέας ή Κυνικός(404 – 323π.α.χ.χ.)

Διογένης Ικεσίου τραπεζίτου Σινωπεύς. φησί δέ Διοκλής, δημοσίαν αυτού τήν τράπεζαν έχοντος τού πατρός καί παραχαράξαντος τό νόμισμα, φυγείν.  Ευβουλίδης δ’ εν τώ Περί Διογένους αυτόν φησι Διογένην τούτο πράξαι καί συναλάσθαι τώ πατρί. ου μήν αλλά καί αυτός περί αυτού φησιν εν τώ Πορδάλω ως παραχαράξαι τό νόμισμα. ένιοι δ’ επιμελητήν γενόμενον αναπεισθήναι υπό τών τεχνιτών καί ελθόντα εις Δελφούς ή εις τό Δήλιον εν τή πατρίδι Απόλλωνος πυνθάνεσθαι ει ταύτα πράξει άπερ αναπείθεται• τού δέ συγχωρήσαντος τό πολιτικόν νόμισμα, ου συνείς, τό κέρμα εκιβδήλευσε καί φωραθείς, ως μέν τινες, εφυγαδεύθη, ως δέ τινες, εκών υπεξήλθε φοβηθείς. ένιοι δέ φασι παρά τού πατρός αυτόν λαβόντα τό νόμισμα διαφθείραι. καί τόν μέν δεθέντα αποθανείν, τόν δέ φυγείν ελθείν τ’ εις Δελφούς καί πυνθανόμενον ουκ ει παραχαράξει, αλλά τί ποιήσας ενδοξότατος έσται, ούτω λαβείν τόν χρησμόν τούτον.
Γενόμενος δέ Αθήνησιν Αντισθένει παρέβαλε. τού δέ διωθουμένου διά τό μηδένα προσίεσθαι, εξεβιάζετο τή προσεδρία καί ποτε τήν βακτηρίαν επανατειναμένου αυτώ τήν κεφαλήν υποσχών,  “παίε,” είπεν, “ου γάρ ευρήσεις ούτω σκληρόν ξύλον ώ με απείρξεις έως άν τι φαίνη λέγων.” τουντεύθεν διήκουσεν αυτού καί άτε φυγάς ών ώρμησεν επί τόν ευτελή βίον.

Πηγή: Διογένους Λαερτίου Βίοι Φιλοσόφων15

Μετάφραση Κάκτου

Ο Διογένης ήταν γιος του τραπεζίτη Ικεσίου που καταγόταν από τη Σινώπη. Ο Διοκλής αναφέρει πως το δημόσιο είχε εμπιστευθεί νομίσματα στον πατέρα του, εκείνος τα παραχάραξε καί γι’ αυτό εξορίστηκε. Ο Ευβουλίδης στο «Περί Διογένους» λέει ότι την παραχάραξη την έκανε ο Διογένης καί εκδιώχτηκε μαζί με τον πατέρα του. Καί ο ίδιος όμως στον «Πόρδαλο» λέει ότι παραχάραξε το νόμισμα. Μερικοί λένε πως, όταν έγινε επιστάτης, τον έπεισαν γι’ αυτό οι τεχνίτες κι ότι πήγε στους Δελφούς ή στο Δήλιο ιερό στην πατρίδα του να ρωτήσει τον Απόλλωνα αν έπρεπε να κάνει αυτά που του έλεγαν. Ο θεός του έδωσε την άδεια να παραχαράξει το πολιτικό νόμισμα καί όταν τον αντιλήφθηκαν τον εξόρισαν. Άλλοι όμως λένε πως έφυγε μόνος του κρυφά επειδή φοβήθηκε. Υπάρχει καί η άποψη ότι την παραχάραξη την έκανε με προτροπή του πατέρα του, με αποτέλεσμα ο πατέρας του να φυλακισθεί καί να θανατωθεί, ενώ αυτός έφυγε καί ήρθε στους Δελφούς για να μάθει όχι αν έπρεπε να κάνει παραχάραξη, αλλά τί έπρεπε να κάνει για να αποκτήσει καλή φήμη καί έτσι πήρε τον χρησμό.
Όταν έφτασε στην Αθήνα γνώρισε τον Αντισθένη. Εκείνος τον έδιωχνε, γιατί δεν δεχόταν κανένα μαθητή, αλλά (ο Διογένης) καθόταν κοντά του με το ζόρι. Κάποια φορά μάλιστα που επιχείρησε να τον χτυπήσει με το ραβδί του, ο Διογένης είπε: «Χτύπα ’με, αλλά δεν πρόκειται να μ’ εμποδίσεις να σ’ ακούσω να μιλάς». Από τότε έγινε μαθητής του καί, επειδή ήταν εξόριστος, ακολούθησε τον απλό τρόπο ζωής.

Σύνοψη: Άρα ο Διογένης ο Σινωπέας ή Κυνικός κατεδικάσθη για παραχάραξη νομίσματος καί όχι για τις φιλοσοφικές απόψεις του.

14) Αριστοτέλης ο Σταγειρίτης(384 – 322π.α.χ.χ.)

Ο δ’ ούν Αριστοτέλης ελθών εις τάς Αθήνας καί τρία πρός τοίς δέκα τής σχολής αφηγησάμενος έτη υπεξήλθεν εις Χαλκίδα, Ευρυμέδοντος αυτόν τού ιεροφάντου δίκην ασεβείας γραψαμένου, ή Δημοφίλου ώς φησι Φαβωρίνος εν Παντοδαπή ιστορία (FHG iii. 581), επειδήπερ τόν ύμνον εποίησεν εις τόν προειρημένον Ερμίαν, αλλά καί επίγραμμα επί τού εν Δελφοίς ανδριάντος τοιούτον (Ar. fg. 3 Diehl)•
τόνδε ποτ’ ουχ οσίως παραβάς μακάρων θέμιν αγνήν
έκτεινεν Περσών τοξοφόρων βασιλεύς,
ου φανερώς λόγχη φονίοις εν αγώσι κρατήσας,
αλλ’ ανδρός πίστει χρησάμενος δολίου.
Ενταύθα δή πιών ακόνιτον ετελεύτησεν, ως φησιν Εύμηλος εν τή πέμπτη τών Ιστοριών (FGrH 77 F 1), βιούς έτη εβδομήκοντα. Ο δ’ αυτός φησιν αυτόν καί Πλάτωνα τριακοντούτην συστήναι, διαπίπτων. βεβίωκε γάρ τρία μέν πρός τούς εξήκοντα, Πλάτωνι δέ επτακαιδεικέτης συνέστη.
Ο δέ ύμνος έχει τούτον τόν τρόπον (Ar. fg. 5 Diehl, 842 Page)•
αρετά, πολύμοχθε γένει βροτείω,
θήραμα κάλλιστον βίω,
σάς πέρι, παρθένε, μορφάς
καί θανείν ζαλωτός εν Ελλάδι πότμος
καί πόνους τλήναι μαλερούς ακάμαντας
τοίον επί φρένα βάλλεις
καρπόν ισαθάνατον χρυσού τε κρείσσον
καί γονέων μαλακαυγήτοιό θ’ ύπνου.
σεύ δ’ ένεχ’ ουκ Διός Ηρακλέης Λήδας τε κούροι
πόλλ’ ανέτλασαν έργοις
σάν αγρεύοντες δύναμιν.
σοίς δέ πόθοις Αχιλεύς Αίας τ’ Αίδαο δόμους ήλθον.
σάς δ’ ένεκεν φιλίου μορφάς Αταρνέος
έντροφος αελίου χήρωσεν αυγάς.
τοιγάρ αοίδιμος έργοις, αθάνατόν τε μιν αυξήσουσι Μούσαι,
Μναμοσύνας θύγατρες, Διός ξενίου σέβας αύξουσαι
φιλίας τε γέρας βεβαίου.
Έστι δ’ ούν καί εις τούτον ημών ούτως έχον (A. Pal. vii. 107)•
Ευρυμέδων ποτ’ έμελλεν Αριστοτέλην ασεβείας
γράψασθαι Δηούς μύστιδος ών πρόπολος,
αλλά πιών ακόνιτον υπέκφυγε. τούτ’ ακονιτί
ήν άρα νικήσαι συκοφάσεις αδίκους.
Τούτον πρώτον Φαβωρίνος εν Παντοδαπή ιστορία (FHG iii. 581) λόγον δικανικόν υπέρ εαυτού συγγράψαι φησίν επ’ αυτή ταύτη τή δίκη καί λέγειν ως Αθήνησιν
όγχνη επ’ όγχνη γηράσκει, σύκον δ’ επί σύκω.
Φησί δ’ Απολλόδωρος εν Χρονικοίς (FGrH 244 F 38a) γεννηθήναι μέν αυτόν τώ πρώτω έτει τής ενάτης καί ενενηκοστής Ολυμπιάδος, παραβαλείν δέ Πλάτωνι καί διατρίψαι παρ’ αυτώ είκοσιν έτη, επτακαιδεκέτη συστάντα. καί είς [τε] Μυτιλήνην ελθείν επ’ άρχοντος Ευβούλου τώ τετάρτω έτει τής ογδόης καί εκατοστής Ολυμπιάδος. Πλάτωνος δέ τελευτήσαντος τώ πρώτω έτει επί Θεοφίλου, πρός Ερμίαν απάραι καί μείναι έτη τρία. επί Πυθοδότου δ’ ελθείν πρός Φίλιππον τώ δευτέρω έτει τής ενάτης καί εκατοστής Ολυμπιάδος, Αλεξάνδρου πεντεκαίδεκα έτη ήδη γεγονότος.
εις δ’ Αθήνας αφικέσθαι τώ δευτέρω έτει τής ενδεκάτης καί εκατοστής Ολυμπιάδος καί εν Λυκείω σχολάσαι έτη τρία πρός τοίς δέκα. είτ’ απάραι εις Χαλκίδα τώ τρίτω έτει τής τετάρτης καί δεκάτης καί εκατοστής Ολυμπιάδος. καί τελευτήσαι ετών τριών που καί εξήκοντα νόσω, ότε καί Δημοσθένην καταστρέψαι εν Καλαυρία, επί Φιλοκλέους.
λέγεται δέ διά τήν Καλλισθένους πρός Αλέξανδρον σύστασιν προσκρούσαι τώ  βασιλεί. κακείνον επί τώ τούτον λυπήσαι Αναξιμένην μέν αυξήσαι, πέμψαι δέ καί Ξενοκράτει δώρα.

Πηγή: Διογένους Λαερτίου Βίοι Φιλοσόφων16

Μετάφραση Κάκτου

Ο Αριστοτέλης πήγε στην Αθήνα καί αφού διηύθυνε τη σχολή για δεκατρία χρόνια, έφυγε κρυφά για τη Χαλκίδα, επειδή τον κατηγόρησε για ασέβεια ο ιεροφάντης Ευρυμέδων ή ο Δημόφιλος, όπως λέει ο Φαβωρίνος στην «Παντοδαπή ιστορία», επικαλούμενος τον ύμνο που είχε συνθέσει για τον προαναφερθέντα Ερμία, αλλά καί το επίγραμμα που είχε χαράξει στον ανδριάντα του στους Δελφούς που έλεγε:

Αυτόν που κάποτε παραβαίνοντας τους θεϊκούς νόμους
Τον σκότωσε ο βασιλιάς των τοξοφόρων Περσών,
όχι κρατώντας φανερά λόγχη σε φονικούς αγώνες
αλλά με τη βοήθεια ενός ύπουλου άνδρα.

Εκεί λοιπόν (στη Χαλκίδα) πέθανε πίνοντας ακόνιτο, όπως λέει ο Εύμηλος στο πέμπτο των «Ιστοριών» του, σε ηλικία εβδομήντα χρονών. Από τον ίδιο μαθαίνουμε πως ο Αριστοτέλης ήταν τριάντα χρονών, όταν συνάντησε τον Πλάτωνα, όμως αυτό είναι λάθος, γιατί έζησε εξήντα τρία χρόνια καί γνώρισε τον Πλάτωνα σε ηλικία δεκαεπτά χρονών.
Ο ύμνος είναι ο εξής:

Αρετή, που για σένα πασχίζουν οι άνθρωποι,
σπουδαίο απόκτημα της ζωής,
για τη δική σου μορφή, Παρθένα,
ο θάνατος θεωρείται από τους Έλληνες αξιοζήλευτος
καί το να υπομείνει κάποιος πόνους σφοδρούς
καί αβάσταχτους.
Προτρέπεις σε πράξεις που ισοδυναμούν με θάνατο
καί τις κάνεις να θεωρούνται πολυτιμότερες από το χρυσάφι,
από τους γονείς καί από τον ύπνο τον καταλυτικό.
Για χάρη σου ο Ηρακλής, ο γιος του Δία καί οι γιοι της Λήδας
υπέμειναν πολλά
επιδιώκοντας τη δύναμή σου.
Από πόθο για σένα ο Αχιλλέας καί ο Αίας πήγαν
στα παλάτια του Άδη,
καί για την πολυπόθητη μορφή σου το γέννημα
του Αταρνέος
στερήθηκε τη λάμψη του ήλιου.
Θα υμνείται για τα έργα του καί θα τον κάνουν
αθάνατο οι Μούσες,
οι κόρες της Μνημοσύνης, αυξάνοντας το μεγαλείο
του ξένιου Δία
καί το βραβείο της σταθερής φιλίας.

Έγραψα καί γω για τον Αριστοτέλη το εξής:

Ο Ευρυμέδων, ο ιερέας της μύστιδος Δηούς,
επρόκειτο να κατηγορήσει τον Αριστοτέλη για ασέβεια,
όμως εκείνος απαλλάχτηκε πίνοντας δηλητήριο.
Με το δηλητήριο μπόρεσε να νικήσει τις άδικες κατηγορίες.

Ο Φαβωρίνος στην «Παντοδαπή ιστορία» αναφέρει ότι αυτός ήταν ο πρώτος που έγραψε δικανικό λόγο για τον εαυτό του στη συγκεκριμένη δίκη, καί έλεγε στους Αθηναίους:

Το αχλάδι αντικαθιστά αχλάδι καί το σύκο σύκο.

Ο Απολλόδωρος στα «Χρονικά» λέει πως ο Αριστοτέλης γεννήθηκε τον πρώτο χρόνο της εννενηκοστής ενάτης Ολυμπιάδας1. Έγινε μαθητής του Πλάτωνα σε ηλικία δεκαεπτά χρονών καί μαθήτευσε κοντά του είκοσι χρόνια. Πήγε στη Μυτιλήνη, όταν ήταν άρχοντας ο Εύβουλος, τον τέταρτο χρόνο της εκατοστής όγδοης Ολυμπιάδας2. Όταν πέθανε ο Πλάτωνας τον πρώτο χρόνο (της ίδιας Ολυμπιάδας3), τότε που ήταν άρχοντας ο Θεόφιλος, πήγε στον Ερμία καί έμεινε τρία χρόνια. Όταν ήταν άρχοντας ο Πυθόδοτος, πήγε στον Φίλιππο, τον δεύτερο χρόνο της εκατοστής ενάτης Ολυμπιάδας4, τότε που ο Αλέξανδρος είχε ήδη γίνει δεκαπέντε χρονών. Στην Αθήνα έφτασε τον δεύτερο χρόνο της εκατοστής ενδέκατης Ολυμπιάδας5 καί δίδαξε στο Λύκειο δεκατρία χρόνια. Έπειτα αναχώρησε για τη Χαλκίδα, τον τρίτο χρόνο της εκατοστής δέκατης τέταρτης Ολυμπιάδας6 καί πέθανε εξήντα τριών χρονών από αρρώστια, τότε που πέθανε καί ο Δημοσθένης στην Καλαυρία, όταν ήταν άρχοντας ο Φιλοκλής. Λένε πως όταν σύστησε τον Καλλισθένη στον Αλέξανδρο, προκάλεσε τη δυσαρέσκεια του βασιλιά. Εκείνος, για να τον λυπήσει, τίμησε ιδιαίτερα τον Αναξιμένη καί έστειλε δώρα στον Ξενοκράτη.

Σημειώσεις από Κάκτο

1Το 384π.α.χ.χ.
2Το 345π.α.χ.χ.
3Το 348π.α.χ.χ.
4Το 343π.α.χ.χ.
5Το 335π.α.χ.χ.
6Το 323π.α.χ.χ.

Σύνοψη:  Ο διακριτικά δημοκρατικός Αριστοτέλης δεν κατηγορήθηκε για θρησκευτικούς λόγους, για τον απλό λόγο, ότι κανείς δεν θα κατηγορούσε κάποιον επειδή έγραψε ύμνο της Αρετής. Απλώς δεν είχε πείσει όλους τους δημοκρατικούς για τα αντιμοναρχικά του αισθήματα, όταν οι Αθηναίοι ετοιμάζονταν να εξεγερθούν κατά των Μακεδόνων, ευθύς ως πληροφορήθηκαν τον θάνατο του Αλεξάνδρου. Καί όπως σημειώνει καί ο Διογένης ο Λαέρτιος, η δίκη του δεν έγινε ποτέ, διότι ο Αριστοτέλης έφυγε, εξ αιτίας της έναρξης του Λαμιακού πολέμου, κατέφυγε στην Χαλκίδα καί εκεί αυτοκτόνησε εξ αιτίας μίας ασθένειάς του. [πικραμένος, μόλις έμαθε την ήττα των δημοκρατικών στην Κραννώνα, ύστερα από τις νίκες τους σε Θερμοπύλες, Λαμία, Μελιταία Δομοκού]


15) Ανάξαρχος ο Αβδηρίτης(360 – 300π.α.χ.χ.)

Ανάξαρχος Αβδηρίτης. ούτος ήκουσε Διογένους τού Σμυρναίου• ο δέ Μητροδώρου τού Χίου, ός έλεγε μηδ’ αυτό τούτ’ ειδέναι ότι ουδέν οίδε. Μητρόδωρον δέ Νεσσά τού Χίου, οι δέ Δημοκρίτου φασίν ακούσαι. ο δ’ ούν Ανάξαρχος καί Αλεξάνδρω συνήν καί ήκμαζε κατά τήν δεκάτην καί εκατοστήν Ολυμπιάδα καί είχεν εχθρόν Νικοκρέοντα τόν Κύπρου τύραννον• καί ποτ’ εν συμποσίω τού Αλεξάνδρου ερωτήσαντος αυτόν τί άρα δοκεί τό δείπνον, ειπείν φασιν, “ώ βασιλεύ, πάντα πολυτελώς• έδει δέ λοιπόν κεφαλήν σατράπου τινός παρατεθείσθαι•” απορρίπτων πρός τόν Νικοκρέοντα. ο δέ μνησικακήσας μετά τήν τελευτήν τού βασιλέως ότε πλέων ακουσίως προσηνέχθη τή Κύπρω ο Ανάξαρχος, συλλαβών αυτόν καί εις όλμον βαλών εκέλευσε τύπτεσθαι σιδηροίς υπέροις. τόν δ’ ου φροντίσαντα τής τιμωρίας ειπείν εκείνο δή τό περιφερόμενον, “πτίσσε τόν Αναξάρχου θύλακον, Ανάξαρχον δέ ου πτίσσεις.” κελεύσαντος δέ τού Νικοκρέοντος καί τήν γλώτταν αυτού εκτμηθήναι, λόγος αποτραγόντα προσπτύσαι αυτώ. καί έστιν ημών εις αυτόν ούτως <έχον> (A. Pal. vii. 133)•
πτίσσετε, Νικοκρέων, έτι καί μάλα θύλακός εστι•
πτίσσετ ‘• Ανάξαρχος δ’ εν Διός εστι πάλαι.
καί σε διαστείλασα γνάφοις ολίγον τάδε λέξει
ρήματα Φερσεφόνη,  “έρρε μυλωθρέ κακέ.”
Ούτος διά τήν απάθειαν καί ευκολίαν τού βίου Ευδαιμονικός εκαλείτο• καί ήν εκ τού ράστου δυνατός σωφρονίζειν. τόν γούν Αλέξανδρον οιόμενον είναι θεόν επέστρεψεν•
επειδή γάρ εκ τινος πληγής είδεν αυτώ καταρρέον αίμα, δείξας τή χειρί πρός αυτόν φησι, “τουτί μέν αίμα καί ουκ (Il. E 340)
ιχώρ οίός πέρ τε ρέει μακάρεσσι θεοίσι .”
Πλούταρχος (Alex. xxviii. 1) δ’ αυτόν Αλέξανδρον τούτο λέξαι πρός τούς φίλους φησίν. αλλά καί άλλοτε προπίνοντα αυτώ τόν Ανάξαρχον δείξαι τήν κύλικα καί ειπείν  (E. Or. 271) βεβλήσεταί τις θεών βροτησία χερί.

Πηγή: Διογένους Λαερτίου Βίοι Φιλοσόφων17

Μετάφραση Κάκτου

Ο Ανάξαρχος καταγόταν από τα Άβδηρα. Υπήρξε μαθητής του Διογένη του Σμυρναίου, ο οποίος είχε δάσκαλο τον Μητρόδωρο από τη Χίο. Ο Μητρόδωρος έλεγε ότι δεν γνωρίζει ούτε το ότι δεν γνωρίζει καί ήταν μαθητής του Νεσσά του Χίου, μερικοί όμως λένε πως ήταν μαθητής του Δημόκριτου. Ο Ανάξαρχος λοιπόν συναναστρεφόταν καί τον Αλέξανδρο, άκμαζε κατά την εκατοστή δέκατη Ολυμπιάδα καί ο Νικοκρέων, ο τύραννος της Κύπρου ήταν εχθρός του. Κάποτε, όταν στη διάρκεια ενός συμποσίου τον ρώτησε ο Αλέξανδρος πώς του φαίνεται το δείπνο, λένε πως απάντησε: «Όλα, βασιλιά, είναι εξαίρετα, έπρεπε όμως επιπλέον να τοποθετηθεί στο τραπέζι καί το κεφάλι κάποιου σατράπη». Εννοώντας βέβαια τον Νικοκρέοντα, ο οποίος δεν ξέχασε τούτα τα λόγια καί όταν κάποτε ο Ανάξαρχος στη διάρκεια ταξιδιού, μετά το θάνατο του βασιλιά Αλέξανδρου, βρέθηκε παρά τη θέλησή του στην Κύπρο, ο Νικοκρέων τον συνέλαβε, τον έριξε σ’ ένα πέτρινο λάκκο καί διέταξε να τον χτυπούν με σίδερα καί ραβδιά. Ο Ανάξαρχος αδιαφορώντας για την τιμωρία είπε εκείνο το πασίγνωστο: «Κοπάνα το σακκί του Ανάξαρχου, στον Ανάξαρχο δεν κάνεις τίποτε». Όταν ο Νικοκρέων διέταξε να του κόψουν καί τη γλώσσα, λένε πως του την έφτυσε κατάμουτρα. Έγραψα για αυτόν:

Κοπάνα, Νικοκρέων, ακόμη πιο δυνατά.
Είναι σακκί. Ο Ανάξαρχος από καιρό
Βρίσκεται στα παλάτια του Δία. Όταν σύντομα
σ’ αρπάξει η Περσεφόνη, θα σου πει:
«τσακίσου, κακέ μυλωνά».

Ο Ανάξαρχος επονομαζόταν Ευδαιμονικός εξαιτίας της απάθειάς του καί επειδή εύκολα ευχαριστιόταν από τη ζωή. Είχε την ικανότητα να σωφρονίζει τους ανθρώπους με μεγάλη ευκολία. Τον Αλέξανδρο, που είχε αρχίσει να νομίζει πως είναι θεός, κατάφερε να τον κάνει να αλλάξει γνώμη. Βλέποντας μία πληγή του που αιμορραγούσε, έδειξε με το χέρι του προς το μέρος του καί είπε: «Αυτό είναι αίμα καί όχι ο ιχώρ που ρέει στις φλέβες των μακάριων θεών».

Ο Πλούταρχος αναφέρει ότι τούτα τα λόγια τα είπε ο ίδιος ο Αλέξανδρος στους φίλους του. Αλλά καί κάποια άλλη φορά που ο Ανάξαρχος έπινε στην υγειά του Αλέξανδρου, σήκωσε την κούπα του καί είπε

Κάποιος από τους θεούς θα πέσει από ανθρώπινο χέρι.

Σχόλιο: Όπως φαίνεται καί από αυτό το απόσπασμα, ούτε ο Ανάξαρχος δεν θανατώθηκε από θρησκευτικούς λόγους, αλλά αντιθέτως από προσωπικούς καί πολιτικούς λόγους εν προκειμένω.

16) Καλλισθένης ο Ολύνθιος(περ.355 – 327π.α.χ.χ.)

1. Μαρτυρία Πλουτάρχου

Τούς δ’ άλλους σοφιστάς καί κόλακας ο Καλλισθένης ελύπει, σπουδαζόμενος μέν υπό τών νέων διά τόν λόγον, ουχ ήττον δέ τοίς πρεσβυτέροις αρέσκων διά τόν βίον, εύτακτον όντα καί σεμνόν καί αυτάρκη καί βεβαιούντα τήν λεγομένην τής αποδημίας πρόφασιν, ότι τούς πολίτας καταγαγείν καί κατοικίσαι πάλιν τήν πατρίδα φιλοτιμούμενον ανέβη πρός Αλέξανδρον. φθονούμενος δέ διά τήν δόξαν, έστιν ά καί καθ’ αυτού τοίς διαβάλλουσι παρείχε, τάς τε κλήσεις τά πολλά διωθούμενος, έν τε τώ συνείναι βαρύτητι καί σιωπή δοκών ουκ επαινείν ουδ’ αρέσκεσθαι τοίς γινομένοις, ώστε καί τόν Αλέξανδρον ειπείν επ’ αυτώ (Eurip. fr. 905 N.2).
μισώ σοφιστήν, όστις ουχ αυτώ σοφός.
Λέγεται δέ ποτε πολλών παρακεκλημένων επί τό δείπνον επαινέσαι κελευσθείς επί τού ποτηρίου Μακεδόνας ο Καλλισθένης ούτως ευροήσαι πρός τήν υπόθεσιν, ώστ’ ανισταμένους κροτείν καί βάλλειν τούς στεφάνους επ’ αυτόν. ειπείν ούν τόν Αλέξανδρον ότι, κατ’ Ευριπίδην  (Bacch. 266 sq.), τον λαβόντα τών λόγων
καλάς αφορμάς ου μέγ’ έργον εύ λέγειν.
‘‘αλλ’ ένδειξαι’’ φάναι ‘‘τήν σαυτού δύναμιν ημίν κατηγορήσας Μακεδόνων, ίνα καί βελτίους γένωνται μαθόντες ά πλημμελούσιν.’’ ούτω δή τόν άνδρα πρός τήν παλινωδίαν τραπόμενον πολλά παρρησιάσασθαι κατά τών Μακεδόνων, καί τήν Ελληνικήν στάσιν αιτίαν αποφήναντα τής γενομένης περί Φίλιππον αυξήσεως καί δυνάμεως, ειπείν.
εν δέ διχοστασίη καί ο πάγκακος έλλαχε τιμής.
εφ’ ώ πικρόν καί βαρύ τοίς Μακεδόσιν εγγενέσθαι μίσος, καί τόν Αλέξανδρον ειπείν, ως ου τής δεινότητος ο Καλλισθένης, αλλά τής δυσμενείας Μακεδόσιν απόδειξιν δέδωκε.
Ταύτα μέν ούν ο Έρμιππός φησι  (FHG III 47) τόν αναγνώστην τού Καλλισθένους Στροίβον Αριστοτέλει διηγείσθαι, τόν δέ Καλλισθένην συνέντα τήν αλλοτριότητα τού βασιλέως δίς ή τρίς απιόντα πρός αυτόν ειπείν  (Il. 21, 107)•
κάτθανε καί Πάτροκλος, όπερ σέο πολλόν αμείνων.
ου φαύλως ούν ειπείν έοικεν ο Αριστοτέλης, ότι Καλλισθένης λόγω μέν ήν δυνατός καί μέγας, νούν δ’ ουκ είχεν.
Αλλά τήν γε προσκύνησιν ισχυρώς απωσάμενος καί φιλοσόφως, καί μόνος εν φανερώ διελθών ά κρύφα πάντες οι βέλτιστοι καί πρεσβύτατοι τών Μακεδόνων ηγανάκτουν, τούς μέν Έλληνας αισχύνης αήλλαξε μεγάλης, καί μείζονος Αλέξανδρον, αποτρέψας τήν προσκύνησιν, αυτόν δ’ απώλεσεν, εκβιάσασθαι δοκών μάλλον ή πείσαι τόν βασιλέα. Χάρης δ’ ο Μιτυληναίος φησι (FGrH 125 F 18a) τόν Αλέξανδρον εν τώ συμποσίω πιόντα φιάλην προτείναί τινι τών φίλων• τόν δέ δεξάμενον πρός εστίαν αναστήναι, καί πιόντα προσκυνήσαι πρώτον, είτα φιλήσαι τόν Αλέξανδρον [εν τώ συμποσίω] καί κατακλιθήναι. πάντων δέ τούτο ποιούντων εφεξής, τόν Καλλισθένην λαβόντα τήν φιάλην, ου πρσέχοντος τού βασιλέως, αλλ’ Ηφαιστίωνι προσδιαλεγομένου, πιόντα προσιέναι φιλήσοντα. Δημητρίου δέ τού προσονομαζένου Φείδωνος ειπόντος ‘‘ώ βασιλεύ, μή φιλήσης. ούτος γάρ σε μόνος ου προσεκύνησε’’, διακλίναι τό φίλημα τόν Αλέξανδρον, τόν δέ Καλλισθένην μέγα φθεγξάμενον ειπείν.
‘‘φιλήματι τοίνυν έλασσον έχων άπειμι’’.
Τοιαύτης υπογινομένης αλλοτριότητος, πρώτον μέν Ηφαιστίων επιστεύετο λέγων, ότι συνθέμενος πρός αυτόν ο Καλλισθένης προσκυνήσαι, ψεύσαιτο τήν ομολογίαν• έπειτα Λυσίμαχοι καί Άγνωνες επεφύοντο, φάσκοντες περιϊέναι τόν σοφιστήν ως επί καταλύσει τυραννίδος μέγα φρονούντα, καί συτνρέχειν πρός αυτόν τά μειράκια καί περιέπειν, ως μόνον ελεύθερον εν τοσαύταις μυριάσι. διό καί τών περί Ερμόλαον επιβουλευσάντων τώ Αλεξάνδρω καί φανερών γενομένων, έδοξαν αληθέσιν όμοια κατηγορείν οι διαβάλλοντες, ως τώ μέν προβαλόντι, πώς άν ενδοξότατος γένοιτ’ άνθρωπος, είπεν άν αποκτείνη τόν ενδοξότατον,” τόν δ’ Ερμόλαον επί τήν πράξιν παροξύνων εκέλευε μή δεδιέναι τήν χρυσήν κλίνην, αλλά μνημονεύειν ότι καί νοσούντι καί τιτρωσκομένω πρόσεισιν ανθρώπω . καίτοι τών περί Ερμόλαον ουδείς ουδέ διά τής εσχάτης ανάγκης τού Καλλισθένους κατείπεν. αλλά καί Αλέξανδρος αυτός ευθύς Κρατερώ γράφων καί Αττάλω καί Αλκέτα φησί τούς παίδας βασανιζομένους ομολογείν, ως αυτοί ταύτα πράξειαν, άλλος δ’ ουδείς συνειδείη. ύστερον δέ γράφων πρός Αντίπατρον καί τόν Καλλισθένην συνεπαιτιασάμενος, οι μέν παίδες ”φησίν υπό τών Μακεδόνων κατελευσθησαν, τόν δέ σοφιστήν εγώ κολάσω καί τούς εκπέμψαντας αυτόν καί τούς υποδεχομένους ταίς πόλεσι τούς εμοί επιβουλεύοντας,” άντικρυς έν γε τούτοις αποκαλυπτόμενος πρός Αριστοτέλην καί γάρ ετέθραπτο Καλλισθένης παρ’ αυτώ διά τήν συγγένειαν, εξ Ηρούς γεγονώς, ανεψιάς Αριστοτέλους. αποθανείν δ’ αυτόν οι μέν υπ’ Αλεξάνδρου κρεμασθέντα λέγουσιν, οι δ’ εν πέδαις δεδεμένον καί νοσήσαντα, Χάρης δέ (FGrH 125 F 15) μετά τήν σύλληψιν επτά μήνας φυλάττεσθαι δεδεμένον, ως εν τώ συνεδρίω κριθείη παρόντος Αριστοτέλους• εν αίς δ’ ημέραις Αλέξανδρος [εν Μαλλοίς Οξυδράκαις] ετρώθη περί τήν Ινδίαν, αποθανείν υπέρπαχυν γενόμενον καί φθειριάσαντα.

Πηγή: Πλουτάρχου Βίοι Παράλληλοι Αλέξανδρος18

Μετάφραση Κάκτου

Ο Καλλισθένης δυσαρεστούσε καί τους άλλους σοφιστές καί κόλακες, γιατί οι νέοι τον αγαπούσαν λόγω της ευγλωττίας του, αλλά άρεσε καί στους πιο μεγάλους λόγω της ζωής του, που ήταν σεμνή καί απλή καί επιβεβαίωνε τον λόγο για τον οποίο ταξίδεψε στην Ασία, με τη φιλοδοξία, να επαναφέρει καί να οδηγήσει για εγκατάσταση στην πατρίδα τους πολίτες. Καί επειδή τον φθονούσαν εξαιτίας της φήμης του, πολλές φορές πρόσφερε ευκαιρίες για να τον συκοφαντήσουν, γιατί συχνά αρνιόταν τις προσκλήσεις καί, όταν συναντούσε τον βασιλιά, φαινόταν λόγω της σιωπής καί της σοβαρότητά του πως δεν του άρεσαν καί δεν συμφωνούσε μ’ αυτά που γίνονταν, ώστε καί ο Αλέξανδρος είπε γι’ αυτόν:
«Μισώ τον σοφιστή που δεν είναι σοφός
ούτε για τον εαυτό του»
Καί λέγεται ότι κάποτε που είχαν προσκληθεί πολλοί σε δείπνο, όταν τον κάλεσαν να κάνει πρόποση επαινώντας τους Μακεδόνες, τόσο εύγλωττα μίλησε γι’ αυτό, ώστε αφού σηκώνονταν χειροκροτούσαν καί του έριχναν καί τα στεφάνια τους. Καί λέγεται ότι ο Αλέξανδρος είπε τότε πως σύμφωνα με τον Ευριπίδη, όποιος παίρνει τον λόγο, «είναι εύκολο να μιλήσει ωραία, για ωραίο θέμα». «Αλλά δείξε μας», είπε, «τη δική σου δύναμη, με το να κατηγορήσεις τους Μακεδόνες για να γίνουν καλύτεροι, αφού μάθουν σε τί αδιαφορούν». Έτσι λοιπόν ο άνθρωπος άρχισε να μιλάει με θάρρος, αφού άλλαξε τακτική, εναντίον των Μακεδόνων, καί λέγοντας πολλά καί αποδεικνύοντας ότι η διχόνοια των Ελλήνων ήταν η αιτία για την αύξηση της δύναμης του Φιλίππου, είπε: «Όταν υπάρχει διχόνοια, κι ο πιο κακός αποκτά τιμές». Γι’ αυτό προκάλεσε πικρό καί βαρύ μίσος στους Μακεδόνες καί ο Αλέξανδρος είπε πως ο Καλλισθένης απέδειξε στους Μακεδόνες όχι τη ρητορική του ικανότητα, αλλά τη δυσμένειά του.
Αυτά λοιπόν ο Έρμιππος λέει ότι τα διηγήθηκε ο Στροίβος, αναγνώστης του Καλλισθένη, στον Αριστοτέλη, καί ότι ο Καλλισθένης που ήξερε την αποξένωση του βασιλιά απ’ αυτόν, δύο ή τρείς φορές του είπε φεύγοντας:
Καί ο Πάτροκλος πέθανε, που ήταν βέβαια πολύ
καλύτερος από σένα.
Καί φαίνεται ότι ο Αριστοτέλης δεν έκανε λάθος, λέγοντας ότι ο Καλλισθένης ως ρήτορας ήταν μεγάλος καί δυνατός, αλλά δεν είχε μυαλό. Αλλά αρνήθηκε έντονα καί με φιλοσοφικό τρόπο να προσκυνά τον βασιλιά, καί μόνο αυτός είπε φανερά αυτά με τα οποία αγανακτούσαν οι καλύτεροι καί οι πιο ηλικιωμένοι Μακεδόνες. Κι έτσι γλίτωσε τους Έλληνες από μεγάλη ντροπή καί τον Αλέξανδρο από ακόμη μεγαλύτερη, γιατί απέτρεψε το προσκύνημα, αλλά κατέστρεψε τον ίδιο του τον εαυτό, γιατί φάνηκε ότι περισσότερο εκβίασε παρά έπεισε τον βασιλιά.
Ο Χάρης ο Μυτιληναίος λέει ότι ο Αλέξανδρος σε κάποιο συμπόσιο, έχοντας πιεί ο ίδιος, πρότεινε τη φιάλη σε κάποιον από τους φίλους του. Καί αυτός αφού την δέχτηκε, σηκώθηκε προς την εστία καί, όταν ήπιε, προσκύνησε πρώτα, μετά φίλησε τον Αλέξανδρο καί κάθισε στη θέση του. Από εδώ καί πέρα, παρόλο που όλοι έκαναν το ίδιο, ο Καλλισθένης αφού πήρε την φιάλη, καθώς δεν πρόσεχε ο βασιλιάς αλλά συζητούσε με τον Ηφαιστίωνα, ήπιε καί πλησίασε για να τον φιλήσει, ενώ ο Δημήτριος, που επονομαζόταν Φείδων, είπε: «Βασιλιά, μην τον φιλήσεις, γιατί μόνο αυτός δεν προσκύνησε». Έτσι ο Αλέξανδρος αρνήθηκε το φιλί καί ο Καλλισθένης είπε με δυνατή φωνή: «Τώρα λοιπόν φεύγω μ’ ένα φιλί λιγότερο».
Μετά απ’ αυτήν την αποξένωση, πρώτα έγινε πιστευτός ο Ηφαιστίωνας, που είπε πως ο Καλλισθένης είχε συμφωνήσει μαζί του καί κατόπιν υπαναχώρησε. Έπειτα εμφανίστηκαν οι Λυσίμαχοι καί οι Άγνωνες λέγοντας ότι ο σοφιστής τριγύριζε καί καυχιόταν, σαν να είχε καταλύσει τυραννικό καθεστώς, καί ότι τα παιδάκια έτρεχαν καί τον ακολουθούσαν σαν τον
μοναδικό ελεύθερο ανάμεσα σε χιλιάδες. Γι’ αυτό καί όταν οι γύρω από τον Ερμόλαο, συνωμότησαν εναντίον του Αλέξανδρου καί ανακαλύφθηκαν, φάνηκε πως οι κατηγορίες αυτών που τον διέβαλαν ήταν αληθινές, ότι δηλαδή είπε σ’ αυτόν που ρώτησε: «Πώς θα μπορούσε κάποιος άνθρωπος να γίνει πάρα πολύ ένδοξος;» «Αν σκοτώσει τον πιο ένδοξο». Καί πως δήθεν παροτρύνοντας τον Ερμόλαο σε τούτη την πράξη, τον προέτρεπε να μη φοβηθεί το χρυσό κρεβάτι, αλλά να θυμάται ότι πλησιάζει άνθρωπο που αρρωσταίνει καί πληγώνεται. Κι όμως κανείς από τους οπαδούς του Ερμόλαου, ούτε καί με τα πιο μεγάλα βασανιστήρια, δεν μίλησε εναντίον του Καλλισθένη. Αλλά κι ο ίδιος ο Αλέξανδρος γράφοντας αμέσως στον Κρατερό, στον Άτταλο καί στον Αλκέτα, λέει ότι οι νέοι, όταν βασανίζονταν, παραδέχονταν ότι μόνοι τους έκαναν αυτές τις ενέργειες καί κανείς δεν τις ήξερε. Αργότερα γράφοντας στον Αντίπατρο καί κατηγορώντας μαζί μ’ αυτόν καί τον Καλλισθένη, λέει: «Οι νέοι θανατώθηκαν με λιθοβολισμό από τους Μακεδόνες, αλλά τον σοφιστή εγώ θα τον τιμωρήσω, καί αυτούς που τον έστειλαν, κι όσους δέχονται στις πόλεις αυτούς που συνωμοτούν εναντίον μου». Καί μ’ αυτά τα λόγια εννοούσε τον Αριστοτέλη, γιατί κοντά του είχε ανατραφεί ο Καλλισθένης, εξαιτίας της συγγένειάς του, γιατί είχε γεννηθεί από την Ηρώ, ανιψιά του Αριστοτέλη. Καί άλλοι λένε ότι πέθανε, αφού τον κρέμασε ο Αλέξανδρος, άλλοι όμως ότι αρρώστησε όπως ήταν δεμένος με αλυσίδες. Καί ο Χάρης αναφέρει ότι, αφού τον συνέλαβαν, ήταν δεμένος για επτά μήνες για να δικαστεί στο συμβούλιο με την παρουσία του Αριστοτέλη, καί πως τον καιρό που ο Αλέξανδρος τραυματίστηκε στην Ινδία (στους Μαλλούς ή στους Οξύδρακες), εκείνος πέθανε, έχοντας παχύνει πάρα πολύ καί άρρωστος από φθειρίαση.

2. Μαρτυρία Φλαβίου Αρριανού

Καλλισθένην δέ τόν Ολύνθιον Αριστοτέλους τε τών λόγων διακηκοότα καί τόν τρόπον όντα υπαγροικότερον ουκ επαινείν ταύτα. τούτου μέν δή ένεκα καί αυτός Καλλισθένει ξυμφέρομαι, εκείνα δέ ουκέτι επιεική δοκώ τού Καλλισθένους, είπερ αληθή ξυγγέγραπται, ότι υφ’ αυτώ είναι απέφαινε καί τή αυτού ξυγγραφή Αλέξανδρον τε καί τά Αλεξάνδρου έργα, ούκουν αυτός αφίχθαι εξ Αλεξάνδρου δόξαν κτησόμενος, αλλά εκείνον ευκλεά ες ανθρώπους ποιήσων καί ούν καί τού θείου τήν μετουσίαν Αλεξάνδρω ουκ εξ ών Ολυμπιάς υπέρ τής γενέσεως αυτού ψεύδεται ανηρτήσθαι, αλλά εξ ών άν αυτός υπέρ Αλεξάνδρου ξυγγράψας εξενέγκη ες ανθρώπους. εισί δέ οί καί τάδε ανέγραψαν, ως άρα ήρετο αυτόν ποτε Φιλώτας όντινα οίοιτο μάλιστα τιμηθήναι πρός τής Αθηναίων πόλεως• τόν δέ αποκρίνασθαι Αρμόδιον καί Αριστογείτονα, ότι τόν έτερον τοίν τυράννοιν έκτειναν καί τυραννίδα ότι κατέλυσαν. ερέσθαι. δέ αύθις τόν Φιλώταν ει τώ τύραννον κτείναντι υπάρχοι παρ’ ούστινας εθέλει τών Ελλήνων φυγόντα σώζεσθαι• καί αποκρίνασθαι αύθις Καλλισθένην, ει καί μή παρ’ άλλους παρά γε Αθηναίους ότι φυγόντι υπάρχοι σώζεσθαι. τούτους γάρ καί πρός Ευρυσθέα πολεμήσαι υπέρ τών παίδων τών Ηρακλέους, τυραννούντα εν τώ τότε τής Ελλάδος.
Υπέρ δέ τής προσκυνήσεως όπως ηναντιώθη Αλεξάνδρω, καί τοίόσδε κατέχει λόγος. ξυγκείσθαι μέν γάρ τώ Αλεξάνδρω πρός τούς σοφιστάς τε καί τούς αμφ’ αυτόν Περσών καί Μήδων τούς δοκιμωτάτους μνήμην τού λόγου τούδε εν πότω εμβαλείν•
άρξαι δέ τού λόγου Ανάξαρχον, ως πολύ δικαιότερον άν θεόν νομιζόμενον Αλέξανδρον Διονύσου τε καί Ηρακλέους, μή ότι τών έργων ένεκα όσα καί ηλίκα καταπέπρακται Αλεξάνδρω, αλλά καί ότι Διόνυσος μέν Θηβαίος ήν, ουδέν τι προσήκων Μακεδόσι, καί Ηρακλής Αργείος, ουδέ ούτος προσήκων ότι μή κατά γένος τό Αλεξάνδρου• Ηρακλείδην γάρ είναι Αλέξανδρον• Μακεδόνας δέ άν τόν σφών βασιλέα δικαιότερον θείαις τιμαίς κοσμούντας. καί γάρ ουδέ εκείνο είναι αμφίλογον ότι απελθόντα γε εξ ανθρώπων ως θεόν τιμήσουσι• πόσω δή δικαιότερον ζώντα γεραίρειν ήπερ τελευτήσαντα ες ουδέν όφελος τώ τιμωμένω.
Λεχθέντων δέ τούτων τε καί τοιούτων λόγων πρός Αναξάρχου τούς μέν μετεσχηκότας τής βουλής επαινείν τόν λόγον καί δή εθέλειν άρχεσθαι τής προσκυνήσεως, τούς Μακεδόνας δέ τούς πολλούς αχθομένους τώ λόγω σιγή έχειν. Καλλισθένην δέ υπολαβόντα, Αλέξανδρον μέν, ειπείν, ώ Ανάξαρχε, ουδεμιάς ανάξιον αποφαίνω τιμής όσαι ξύμμετροι ανθρώπω• αλλά διακεκρίσθαι γάρ τοίς ανθρώποις όσαι τε ανθρώπιναι τιμαί καί όσαι θείαι πολλοίς μέν καί άλλοις, καθάπερ ναών τε οικοδομήσει καί αγαλμάτων αναστάσει καί τεμένη ότι τοίς θεοίς εξαιρείται καί θύεται εκείνοις καί σπένδεται, καί ύμνοι μέν ες τούς θεούς ποιούνται, έπαινοι δέ ες ανθρώπους, –ατάρ ουχ ήκιστα τώ τής προσκυνήσεως νόμω. τούς μέν γάρ ανθρώπους φιλείσθαι πρός τών ασπαζομένων, τό θείον δέ, ότι άνω που ιδρυμένον καί ουδέ ψαύσαι αυτού θέμις, επί τώδε άρα τή προσκυνήσει γεραίρεται, καί χοροί τοίς θεοίς ίστανται καί παιάνες επί τοίς θεοίς άδονται. καί ουδέν θαυμαστόν, οπότε γε καί αυτών τών θεών άλλοις άλλαι τιμαί πρόσκεινται, καί ναί μά Δία ήρωσιν άλλαι, καί αύται αποκεκριμέναι τού θείου. ούκουν εικός ξύμπαντα ταύτα αναταράσσοντας τούς μέν ανθρώπους ες σχήμα υπέρογκον καθιστάναι τών τιμών ταίς υπερβολαίς, τούς θεούς δε τό γε επί σφίσιν ες ταπεινότητα ου πρέπουσαν καταβάλλειν τά ίσα ανθρώποις τιμώντας. ούκουν ουδέ Αλέξανδρον ανασχέσθαι άν, ει τών ιδιωτών τις εισποιοίτο ταίς βασιλικαίς τιμαίς χειροτονία ή ψήφω ου δικαία. πολύ άν ούν δικαιότερον τούς θεούς
δυσχεραίνειν όσοι άνθρωποι ες τάς θείας τιμάς σφάς εισποιούσιν ή πρός άλλων εισποιούμενοι ανέχονται. Αλέξανδρον δέ πόρρω τού ικανού ανδρών αγαθών τόν άριστον είναί τε καί δοκείν, καί βασιλέων τόν βασιλικώτατον καί στρατηγών τόν αξιοστρατηγότατον. καί σε, είπερ τινά άλλον, ώ Ανάξαρχε, εισηγητήν τε τούτων τών λόγων εχρήν γίγνεσθαι καί κωλυτήν τών εναντίων, επί σοφία τε καί παιδεύσει Αλεξάνδρω ξυνόντα. ούκουν άρχειν γε τούδε τού λόγου πρέπον ήν, αλλά μεμνήσθαι γάρ ου Καμβύση ουδέ Ξέρξη ξυνόντα ή ξυμβουλεύοντα, αλλά Φιλίππου μέν παιδί, Ηρακλείδη δέ από γένους καί Αιακίδη, όπου οι πρόγονοι εξ Άργους ες Μακεδονίαν ήλθον, ουδέ βία, αλλά νόμω Μακεδόνων άρχοντες διετέλεσαν. ούκουν ουδέ αυτώ τώ Ηρακλεί ζώντι έτι θείαι τιμαί παρ’ Ελλήνων εγένοντο,  αλλ’ ουδέ τελευτήσαντι πρόσθεν ή πρός τού θεού τού εν Δελφοίς επιθεσπισθήναι ως θεόν τιμάν Ηρακλέα. ει δέ, ότι εν τή βαρβάρω γή οι λόγοι γίγνονται, βαρβαρικώ χρή έχειν τά φρονήματα, καί εγώ τής Ελλάδος μεμνήσθαί σε αξιώ, ώ Αλέξανδρε, ής ένεκα ο πάς στόλος σοι εγένετο, προσθείναι τήν Ασίαν τή Ελλάδι. καί ούν ενθυμήθητι, εκείσε επανελθών άρά γε καί τούς Έλληνας τούς ελευθερωτάτους προσαναγκάσεις ες τήν προσκύνησιν, ή Ελλήνων μέν αφέξη, Μακεδόσι δέ προσθήσεις τήνδε τήν ατιμίαν, ή διακεκριμένα έσται ότι αυτώ τά τών τιμών ες άπαν, ως πρός Ελλήνων μέν καί Μακεδόνων ανθρωπίνως τε καί Ελληνικώς τιμάσθαι, πρός δέ τών βαρβάρων μόνων βαρβαρικώς, ει δέ υπέρ Κύρου τού Καμβύσου λέγεται πρώτον προσκυνηθήναι ανθρώπων Κύρον καί επί τώδε εμμείναι Πέρσαις τε καί Μήδοις τήνδε τήν ταπεινότητα, χρή ενθυμείσθαι ότι τόν Κύρον εκείνον Σκύθαι εσωφρόνισαν, πένητες άνδρες καί αυτόνομοι, καί Δαρείον άλλοι αύ Σκύθαι, καί Ξέρξην Αθηναίοι καί Λακεδαιμόνιοι, καί Αρτοξέρξην Κλέαρχος καί Ξενοφών καί οι ξύν τούτοις μύριοι, καί Δαρείον τούτον Αλέξανδρος μή προσκυνούμενος.
Ταύτα δή καί τοιαύτα ειπόντα Καλλισθένην ανιάσαι μέν μεγαλωστί Αλέξανδρον, Μακεδόσι δέ πρός θυμού ειπείν. καί τούτο γνόντα Αλέξανδρον πέμψαντα κωλύσαι [Μακεδόνας] μεμνήσθαι έτι τής προσκυνήσεως. αλλά σιγής γάρ γενομένης επί τοίς λόγοις αναστάντας Περσών τούς πρεσβυτάτους εφεξής προσκυνείν. Λεοννάτον δέ, ένα τών εταίρων, επειδή τις εδόκει τών Περσών αυτώ ουκ εν κόσμω προσκυνήσαι, τόν δέ επιγελάσαι τώ σχήματι τού Πέρσου ως ταπεινώ• καί τούτω χαλεπήναντα τότε Αλέξανδρον ξυναλλαγήναι αύθις. αναγέγραπται δέ δή καί τοίόσδε λόγος. προπίνειν φιάλην χρυσήν εν κύκλω Αλέξανδρον πρώτοις μέν τούτοις πρός ούστινας ξυνέκειτο αυτώ τά τής προσκυνήσεως, τόν δέ πρώτον εκπιόντα τήν φιάλην προσκυνήσαι τε αναστάντα καί φιληθήναι πρός αυτού, καί τούτο εφεξής διά πάντων χωρήσαι. ως δέ ες Καλλισθένην ήκεν η πρόποσις, αναστήναι μέν Καλλισθένην καί εκπιείν τήν φιάλην, καί προσελθόντα εθέλειν φιλήσαι ου προσκυνήσαντα. τόν δέ τυχείν μέν τότε διαλεγόμενον Ηφαιστίωνι• ούκουν προσέχειν τόν νούν, ει καί τά τής προσκυνήσεως επιτελή τώ Καλλισθένει εγένετο. αλλά Δημήτριον γάρ τόν Πυθώνακτος, ένα τών εταίρων, ως προσήει αυτώ ο Καλλισθένης φιλήσων, φάναι ότι ου προσκυνήσας πρόσεισιν. καί τόν Αλέξανδρον ου παρασχείν φιλήσαι εαυτόν• τόν δέ Καλλισθένην, φιλήματι, φάναι, έλαττον έχων άπειμι.

Πηγή: Αρριανού Αλεξάνδρου Ανάβαση19

Μετάφραση Κάκτου

Λένε ότι ένας μαθητής του Αριστοτέλη, ο Καλλισθένης από την Όλυνθο, άνθρωπος λίγο αγροίκος στους τρόπους, δεν συμφώνησε μ’ αυτά. Σ’ αυτό συμφωνώ με τον Καλλισθένη. Εκείνο που θεωρώ παράλογο, αν έχουν γράψει την αλήθεια, είναι αυτό που έλεγε ο Καλλισθένης, ότι δηλαδή ο Αλέξανδρος καί τα έργα του εξαρτώνται από τον ίδιο καί τα συγγράμματά του καί ότι δεν απόκτησε αυτός δόξα από τον Αλέξανδρο αλλά αντίθετα ότι δόξασε τον Αλέξανδρο ανάμεσα στους ανθρώπους. καί ακόμη ότι η φήμη για τη θεϊκή υπόσταση του Αλέξανδρου δεν οφείλεται στις επινοήσεις της Ολυμπιάδας για τη γέννηση του γιου της αλλά σε αυτά που ο ίδιος θα έγραφε καί θα διέδιδε στους ανθρώπους. Μερικοί έχουν γράψει καί τα παρακάτω. κάποτε ο Φιλώτας ρώτησε τον Καλλισθένη ποιόν νομίζει ότι τιμά περισσότερο η πόλη της Αθήνας κι αυτός απάντησε τον Αρμόδιο καί τον Αριστογείτονα, που σκότωσαν τον ένα από τους δύο τυράννους καί κατέλυσαν την τυραννίδα. Ο Καλλισθένης ξαναρώτησε σε ποιά ελληνική πόλη μπορούσε να καταφύγει ένας τυραννοκτόνος, για να σωθεί. Αυτός απάντησε ότι θα μπορούσε να βρει καταφύγιο τουλάχιστον στους Αθηναίους. Άλλωστε αυτοί πολέμησαν καί εναντίον του Ευρυσθέα, που ήταν τότε τύραννος της Ελλάδας, για να υπερασπιστούν τα παιδιά του Ηρακλή.
Υπάρχει αυτή η ιστορία που δείχνει πως ο Καλλισθένης εναντιώθηκε στην αξίωση του Αλέξανδρου να τον προσκυνούν. ο Αλέξανδρος είχε συμφωνήσει με τους σοφιστές καί τους επιφανείς Μήδους καί Πέρσες της αυλής του να καθιερώσει αυτό το έθιμο σ’ ένα συμπόσιο. Ξεκίνησε να μιλά ο Ανάξαρχος λέγοντας ότι είναι πιο δίκαιο να θεωρείται ο Αλέξανδρος θεός, παρά ο Διόνυσος καί ο Ηρακλής. όχι τόσο εξαιτίας των τόσο μεγάλων καί τόσο πολλών κατορθωμάτων του Αλέξανδρου όσο επειδή ο Διόνυσος ήταν Θηβαίος καί δεν είχε καμιά σχέση με το γένος του Αλέξανδρου καί ο Ηρακλής από το Άργος. καμιά σχέση δεν είχε με τους Μακεδόνες κι αυτός, εκτός από τον Αλέξανδρο, που ήταν Ηρακλείδης. κι ακόμα είπε ότι είναι σωστό να περιβάλλουν οι Μακεδόνες τον βασιλιά τους με θεϊκές τιμές. Ακόμα, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι όταν φύγει από τον κόσμο θα τον τιμήσουν ως θεό. είναι λοιπόν πιο δίκαιο να τον τιμήσουν τώρα που ζει, παρά όταν πεθάνει, που θα του είναι ανώφελο.
Όταν ο Ανάξαρχος είπε αυτά τα λόγια καί άλλα παρόμοια, αυτοί που συμμετείχαν στο συμβούλιο, τον επαίνεσαν καί θέλησαν να ξεκινήσουν την προσκύνηση. οι Μακεδόνες όμως σώπασαν στενοχωρημένοι. Τότε, απάντησε ο Καλλισθένης ως εξής: «Ανάξαρχε, πιστεύω ότι ο Αλέξανδρος αξίζει όλες τις τιμές που ταιριάζουν στους ανθρώπους. Οι άνθρωποι όμως έχουν ξεχωρίσει τις θεϊκές τιμές από τις ανθρώπινες με πολλούς τρόπους. στους θεούς χτίζουμε ναούς, στήνουμε αγάλματα, ιδρύουμε ιερούς χώρους, θυσιάζουμε προς τιμήν τους καί κάνουμε σπονδές. στους θεούς αναπέμπουμε ύμνους. απ’ την άλλη πλευρά επαινούμε τους ανθρώπους. Πάνω απ’ όλα όμως, υπάρχει το έθιμο της προσκύνησης, γιατί οι άνθρωποι χαίρονται με το φιλί, ενώ οι θεοί, που βρίσκονται ψηλά καί που δεν επιτρέπεται να τους αγγίξουμε, τιμώνται με την προσκύνηση. Εξάλλου, γίνονται χοροί προς τιμήν των θεών καί ψάλλονται παιάνες. Δεν είναι άξιο απορίας, γιατί σε διαφορετικούς θεούς αποδίδονται διαφορετικές τιμές καί, μα τον Δία, διαφορετικές τιμές από τους θεούς αποδίδονται καί στους ήρωες. Δεν είναι λοιπόν σωστό να τα συγχέουμε όλα αυτά, να εξυψώνουμε τους ανθρώπους σε τεράστιο βαθμό καί να ταπεινώνουμε με απρέπεια τους θεούς αποδίδοντας τις ίδιες τιμές στους ανθρώπους. Ο ίδιος ο Αλέξανδρος δεν θα ανεχόταν σε κάποιο απλό άνθρωπο να αποδοθούν βασιλικές τιμές μετά από άδικη εκλογή ή ψήφο. Οι θεοί λοιπόν έχουν πολύ περισσότερο δίκαιο να στέλνουν δυσκολίες στους ανθρώπους που αντιποιούνται τις θεϊκές τιμές, ή ανέχονται ν’ αντιποιούνται από άλλους. Ο Αλέξανδρος είναι, καί το δείχνει, πολύ πάνω από τα συνηθισμένα, ο πιο γενναίος από τους γενναίους, ο πιο άξιος βασιλιάς από τους βασιλιάδες, ο πιο ικανός στρατηγός από τους στρατηγούς. Καί συ, Ανάξαρχε, περισσότερο από κάθε άλλον, μια που θέλεις να εκπαιδεύσεις τον Αλέξανδρο καί να του διδάξεις τη γνώση, αυτά τα λόγια θα έπρεπε να πεις καί να αντικρούσεις τα αντίθετα. Δεν έπρεπε να βγάλεις αυτόν τον λόγο. Θυμήσου ότι δεν συμβουλεύεις καί δεν συναναστρέφεσαι τον Καμβύση ή τον Ξέρξη αλλά τον γιο του Φιλίππου, απόγονο του Ηρακλή καί του Αιακού, που οι πρόγονοί του ήρθαν από το Άργος στη Μακεδονία καί κυβέρνησαν τους Μακεδόνες όχι με τη βία, αλλά με τον νόμο. Καί οι Έλληνες δεν απέδωσαν θεϊκές τιμές στον Ηρακλή όσο ακόμα ήταν ζωντανός καί όταν πέθανε, περίμεναν να επιτρέψει ο θεός των Δελφών την αποθέωσή του. Κι αν ακόμα πρέπει να σκεφτόμαστε όπως οι βάρβαροι, επειδή βρισκόμαστε σε βαρβαρική γη, εγώ, Αλέξανδρε, απαιτώ από σένα να θυμηθείς την Ελλάδα, που για χάρη της έκανες όλη την εκστρατεία, για να θέσεις την Ασία κάτω από την κυριαρχία των Ελλήνων. Σκέψου, όταν ξαναγυρίσεις στην Ελλάδα, μήπως θα εξαναγκάσεις καί τους Έλληνες, που είναι οι πιο ελεύθεροι από τους ανθρώπους, να σε προσκυνήσουν; Ή θα απομακρυνθείς από τους υπόλοιπους Έλληνες καί θα ατιμάσεις με αυτόν τον τρόπο τους Μακεδόνες; Ή θα ξεχωρίσεις εντελώς τις τιμές που σου αποδίδονται καί θα τιμάσαι ανθρώπινα καί με τον ελληνικό τρόπο από τους Μακεδόνες καί τους υπόλοιπους Έλληνες καί μόνο από τους βαρβάρους βαρβαρικά; Κι αν λένε ότι πρώτος ο Κύρος, ο γιος του Καμβύση, καθιέρωσε την προσκύνηση καί από τότε οι Μήδοι καί οι Πέρσες διατήρησαν αυτό το ταπεινό έθιμο, πρέπει να θυμάσαι ότι οι Σκύθες, άνθρωποι φτωχοί καί ελεύθεροι, έβαλαν μυαλό σ’ αυτόν τον Κύρο. καί άλλοι Σκύθες έβαλαν μυαλό στον Δαρείο, οι Αθηναίοι καί οι Λακεδαιμόνιοι στον Ξέρξη, ο Κλέαρχος, ο Ξενοφώντας καί οι μύριοι που τους ακολουθούσαν στον Αρταξέρξη. καί σ’ αυτόν εδώ τον Δαρείο έβαλε μυαλό ένας Αλέξανδρος που δεν τον προσκυνούσαν».
Με τέτοιου είδους λόγια, ο Καλλισθένης στενοχώρησε υπερβολικά τον Αλέξανδρο αλλά ευχαρίστησε τους Μακεδόνες. Ο Αλέξανδρος το κατάλαβε καί έστειλε να ειδοποιήσουν τους Μακεδόνες να ξεχάσουν την προσκύνηση. Μέσα στη σιωπή που ακολούθησε αυτά τα λόγια, μερικοί από τους πιο ηλικιωμένους Πέρσες σηκώθηκαν καί άρχισαν να προσκυνούν. Ένας εταίρος, ο Λεοννάτος, θεώρησε ότι ένας Πέρσης προσκύνησε άκομψα καί κορόιδεψε την κίνησή του, χαρακτηρίζοντάς την ταπεινή. ο Αλέξανδρος θύμωσε μαζί του εκείνη τη στιγμή αλλά τον συγχώρεσε μετά. Ακόμη, έχει γραφτεί καί η παρακάτω ιστορία. Ο Αλέξανδρος έδινε στους άνδρες του να πιουν από μία χρυσή φιάλη, που την περνούσε κυκλικά από τον ένα στον άλλο, πρώτα σ’ αυτούς που είχαν συμφωνήσει μαζί του στο θέμα της προσκύνησης. Ο πρώτος ήπιε, προσκύνησε, σηκώθηκε καί φίλησε τον Αλέξανδρο. οι υπόλοιποι ακολούθησαν. Ο Καλλισθένης ήπιε από τη φιάλη, πλησίασε τον Αλέξανδρο καί θέλησε να τον φιλήσει χωρίς να προσκυνήσει. Ο Αλέξανδρος έτυχε εκείνη την ώρα να μιλά με τον Ηφαιστίωνα καί δεν πρόσεξε αν ο Καλλισθένης προσκύνησε ή όχι. Ένας εταίρος όμως ο Δημήτριος, ο γιος του Πυθώνακτα, παρατήρησε ότι ο Καλλισθένης πλησίαζε να φιλήσει τον Αλέξανδρο χωρίς να έχει προσκυνήσει. Ο Αλέξανδρος λοιπόν δεν δέχτηκε το φιλί. Καί ο Καλλισθένης είπε: «Φεύγω με ένα φιλί λιγότερο».

3. Μαρτυρία Διογένους Λαερτίου

πρός τόν μακαρίζοντα Καλλισθένην καί λέγοντα ως πολυτελών παρ’ Αλεξάνδρω μετέχει, «κακοδαίμων μέν ούν εστιν,» είπεν, «ός καί αριστά καί δειπνεί όταν Αλεξάνδρω δόξη.»

Πηγή: Διογένους Λαερτίου Βίοι Φιλοσόφων 20

Μετάφραση Κάκτου

Όταν κάποιος μακάριζε τον Καλλισθένη καί έλεγε πόσες πολυτέλειες απολαμβάνει κοντά στον Αλέξανδρο, ο Διογένης είπε: «Είναι δυστυχισμένος, αφού τρώει όποτε κάνει κέφι στον Αλέξανδρο».

Β) Βιβλιογραφία – Παραπομπές

1) Βιβλιογραφία

1) Διογένους Λαερτίου Βίοι Φιλοσόφων, βιβλία Β΄ Γ΄ Ε΄ ΣΤ΄ Η΄ Θ΄
Τόμοι 303 – 306 στην σειρά Αρχαίων Ελλήνων Συγγραφέων των εκδόσεων «Κάκτος» με τον τίτλο «Οι Έλληνες».
2) Αρριανού Αλέξάνδρου Ανάβασις βιβλίο Δ΄
Τόμος 27 στην σειρά Αρχαίων Ελλήνων Συγγραφέων των εκδόσεων «Κάκτος» με τον τίτλο «Οι Έλληνες» καί δεύτερος των Απάντων του Αρριανού.
3) Λεξικό Σούδα
4) Ξενοφώντος Απομνημονεύματα βιβλίο Α΄
Τόμος 117 στην σειρά Αρχαίων Ελλήνων Συγγραφέων των εκδόσεων «Κάκτος» με τον τίτλο «Οι Έλληνες» καί πρώτος των Απάντων του Ξενοφώντα.
5) Ιαμβλίχου Περί Πυθαγόρου Βίου
6) Πλουτάρχου Παράλληλοι Βίοι Περικλής
Τόμος 150 στην σειρά των Αρχαίων Ελλήνων Συγγραφέων των εκδόσεων «Κάκτος» με τον τίτλο «Οι Έλληνες» καί πέμπτος στην σειρά των Παραλλήλων Βίων του Πλουτάρχου. Περιλαμβάνει τους βίους του Αθηναίου Περικλή καί του Ρωμαίου Φαβίου Μαξίμου.
7) Πλουτάρχου Παράλληλοι Βίοι Αλέξανδρος
Τόμος 162 στην σειρά των Αρχαίων Ελλήνων Συγγραφέων των εκδόσεων «Κάκτος» με τον τίτλο «Οι Έλληνες» καί δέκατος έβδομος στην σειρά των Παραλλήλων Βίων του Πλουτάρχου. Περιλαμβάνει τους βίους του Ελληνομακεδόνα Αλεξάνδρου καί του Ρωμαίου Ιουλίου Καίσαρα.
8) Πλούταρχος Παράλληλοι Βίοι Φωκίων
Τόμος 161 στην σειρά των Αρχαίων Ελλήνων Συγγραφέων των εκδόσεων «Κάκτος» με τον τίτλο «Οι Έλληνες» καί δέκατος έκτος στην σειρά των Παραλλήλων Βίων του Πλουτάρχου. Περιλαμβάνει τους βίους του Αθηναίου Φωκίωνα καί του Ρωμαίου Κάτωνα του νεωτέρου.
9) ΜΕΓΑΛΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ – Από την προϊστορία στις Σταυροφορίες, τόμος 9, εκδόσεις Αρσενίδη, Roger Kent, Η Σκέψη του Πλάτωνα καί του Αριστοτέλη – Δυό Έλληνες φιλόσοφοι θέτουν τα θεμέλια της Ηθικής Φιλοσοφίας καί της Λογικής.

2) Παραπομπές

1 Διογένης Λαέρτιος Βίοι Φιλοσόφων, Η΄ 39 – 40
2 Διογένης Λαέρτιος Βίοι Φιλοσόφων, Θ΄ 18, 1 – 7
3 Διογένης Λαέρτιος Βίοι Φιλοσόφων, Θ΄ 57
4 Πλουτάρχου Περικλής 32,1 – 5
5 Διογένους Λαερτίου Βίοι Φιλοσόφων Β΄ 12 – 15
6 Ιαμβλίχου Περί Πυθαγόρου βίου κεφάλαιο17, εδάφια 88 (σειρές 13 – 18) καί 89(σειρές 1 – 12)
7 Διογένης Λαέρτιος Βίοι Φιλοσόφων Η΄ 66 – 67
8 Διογένης Λαέρτιος Βίοι Φιλοσόφων, Θ΄ 26 – 27
9 Suda Lexicon Alphabetic letter delta

 

Advertisements

Ένα Σχόλιο to “Αποσπάσματα από το μίσος των μοναρχικών κατά των δημοκρατικών Σαλαμινομάχων και των άξιων παιδιών τους”

  1. Για την αρμονική μας συνύπαρξη ! « Φιλειρηνική Άμεση Δημοκρατία! Peaceable Direct Democracy! Says:

    […] Αποσπάσματα από το μίσος των μοναρχικών κατά των δημοκρατικών […]

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: